Χειρόγραφο για έναν Αναστενάρη
- ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ

- 1 day ago
- 2 min read

Σβήνω απ’ τη μνήμη μου εκείνους
που κοιτούν τον κόσμο με μάτια από ατσάλι.
Αυτούς που γελούν όταν η αδικία πλημμυρίζει τις στράτες
και δακρύζουν μονάχα στις λειτουργίες,
με το ένα χέρι στο Ευαγγέλιο
και το άλλο στην τσέπη του αδύναμου.
Σβήνω τους δικαστές με τα κολλαρισμένους γιακάδες,
που αργούν να ερμηνεύσουν το δίκιο
ώσπου να βεβαιωθούν πως δεν θα χάσει ο ισχυρός.
Σβήνω τους μικρούς θεούς των γραφείων,
τους εργολάβους των λέξεων,
τους σωτήρες που υπόσχονται το φως
ενώ κρατούν σφιχτά το σκοτάδι στις παλάμες τους.
Αυτούς που μοιράζουν πατρίδες σαν προεκλογικά φυλλάδια
και ράβουν τα λάθη τους σε σημαίες,
ζητώντας μας ύστερα να γονατίσουμε.
Σβήνω τους εραστές
που δίνουν όρκους με ημερήσια διαταγή,
εκείνους που η ψυχή τους είναι απλώς μια πεινασμένη σάρκα.
Σβήνω το βλέμμα των χορτάτων που λένε «όλα καλά»,
και τους εργάτες που ονειρεύονται μια στάλα εξουσία
για να γίνουν ίδιοι με τους δημίους τους.
Σβήνω κι εμάς —
που μάθαμε να επιβιώνουμε, αντί να ζούμε.
Σβήνω τους δασκάλους
που μετρούν τις φωνές των παιδιών με αριθμούς,
που μετέτρεψαν την απορία σε στεγνή απάντηση.
Στις βιτρίνες των δρόμων, κάθε βράδυ,
η ελπίδα πουλιέται πια με δόσεις.
Κάθε πρωί αλλάζω τα μάτια μου,
για να μπορώ να βλέπω το ψέμα προτού με αγγίξει.
Τρέχω μακριά απ’ τα λιβάδια της λήθης
και ρίχνω το βλέμμα μου στον γκρεμό —
γιατί δεν αντέχω να βλέπω τα όνειρα μουσκεμένα
απ’ την παλιά βροχή της υποταγής.
Όμως, δεν σβήνω τον άνθρωπο που δεν φοβάται να μιλήσει.
Αυτόν που χορεύει ξυπόλυτος πάνω στη στάχτη του
και ψιθυρίζει στους στρατιώτες:
«Ευχαριστώ που με θυμηθήκατε».
Δεν σβήνω τα παιδιά που σφίγγουν ένα ξεροκόμματο πέτρας —
αυτή την ανυπόφορη σφραγίδα της φτώχειας.
Δεν σβήνω εκείνον που, όταν η ξηρασία θερίζει,
αποφασίζει να γίνει Αναστενάρης πάνω στα κάρβουνα της μοναξιάς του.
Πονάει, όταν όλοι οι άλλοι σιωπούν.
Κι εσύ, μεσ’ τις φωτιές, συνεχίζεις να γράφεις.
Αυτός είναι ο Ποιητής.
Αυτός που επιμένει πως η εποχή δεν είναι λάθος·
λάθος είναι η στράτα που πήρες και πηγαίνεις,
αυτή που σου κρύβει τα άστρα
και δεν σ’ αφήνει να γευτείς το ηλιοβασίλεμα.
Κι έτσι, όταν η κόμη σου αγγίζει το μαξιλάρι,
δεν έχεις πια τίποτα άλλο να σκεφτείς
παρά μονάχα το κενό που σε κέρδισε.
Παναγιώτης Κουμουνδούρος 🌹




Comments