top of page

Στης φυγής το μονοπάτι

Δεν ξέρω αν οι σταγόνες,

που στο πρόσωπό μου

κύλησαν, δάκρυα ήταν ή βροχή,

την ώρα που την πλάτη

γύρισες και χάθηκες στο πυκνό σκοτάδι.


Αναστέναξε η νύχτα και η

θλίψη της έσβησε το

φεγγάρι, που κρύφτηκε

βαθιά στα σωθικά των

σύννεφων.


Έμεινα μόνος, μπροστά

στο κλειστό παράθυρο,

το μονοπάτι της φυγής

σου να κοιτώ.

Φυλακίστηκα στο ποίημα,

που έγραψα στο χνωτισμένο

τζάμι.

Οι στίχοι του βρόγχος

στο λαιμό.


Το χέρι άπλωσα ως τον

αντίπερα λόφο και

τράβηξα κοντά μου το

μικρό ξωκλήσι της Παναγιάς.

Δίπλα στο πήλινο

εικονοστάσι το κρέμασα,

να μη νιώθει κι εκείνο,

όπως εγώ, τη μοναξιά.


Κι ενώ χανόσουν,

μια ύστατη κραυγή να σε κρατήσω ξέσκισε τα στήθη μου.

Μα ούτε τη σκιά σου πρόλαβα να αγγίξω.


Τώρα μου απομένει το ξωκλήσι δίπλα στο εικονοστάσι, ένα φεγγάρι θαμμένο στα σύννεφα και δυο ρυτίδες που μόλις πρόβαλαν στο μέτωπό μου.





Σταύρος Συγούρας 🌺

Comments


bottom of page