Όταν το θάρρος των Γυναικών της Πίνδου του 1940...

Όταν το θάρρος των Γυναικών της Πίνδου του 1940,
έκαμψε την ορμή του ποταμού Βογιούσα.
«Ετούτος δω ο λαός δε γονατίζει
παρά μονάχα μπροστά στους νεκρούς του.»
Γιάννης Ρίτσος, Έλληνας ποιητής (1909-1990)
Πίνδος Βογιούσα, 10:00, Κυριακή 03 Νοεμβρίου 1940
Ο παγωμένος αέρας λυσσομανούσε, καθώς οι μηχανικοί και οι σκαπανείς του Ελληνικού Στρατού, έβλεπαν τα ξύλινα υποστυλώματα που είχαν μόλις τοποθετήσει, να παρασέρνονται από τα αφρισμένα ορμητικά νερά του ποταμού Βογιούσα. Ήταν η τρίτη φορά που τα παγωμένα νερά κατέστρεφαν τις επανειλημμένες προσπάθειες τους. Ο ηλιοκαμένος ταγματάρχης, απελπισμένος κοίταξε προς τα πίσω του και είδε τα εκατοντάδες κάρα, που ήταν φορτωμένα με τόνους πυρομαχικών και όπλων. Το βλέμμα του μεταφέρθηκε προς τις απέναντι χιονισμένες βουνοκορφές της Πίνδου, που ορθώνονταν μπροστά τους, σαν ένα αδιαπέραστο κυκλώπειο τείχος.
Ο αμούστακος υπολοχαγός που στέκονταν δίπλα του, κατάλαβε τι σκέφτονταν. Στα απέναντι κορφοβούνια της οροσειράς της Πίνδου, ο Ελληνικός στρατός μάχονταν τους Ιταλούς εισβολείς. Χρειάζονταν απεγνωσμένα τα πολεμοφόδια, αλλιώς θα πολεμούσαν τους φασίστες με τις πέτρες του βουνού και με τις γυμνές γροθιές τους.
Παραδίπλα τους στέκονταν πενήντα γυναίκες από τα χωριά Ζαγόρι και Φούρκα, φορτωμένες με κασόνια βάρους πάνω από δεκατέσσερα κιλά.

Τα ξύλινα κιβώτια περιείχαν σφαίρες και βλήματα για το πυροβολικό. Ανάμεσα τους υπήρχαν ηλικιωμένες, μεσήλικες αλλά και νεαρές γυναίκες. Οι σύζυγοι τους, τα παιδιά τους, τα αδέλφια τους και τα εγγόνια τους, μάχονταν στα βουνά ανάμεσα στις χιονοθύελλες. Λες και ήταν όλες συννενοημένες μεταξύ τους, άφησαν κάτω αυτά που κουβαλούσαν και βάδισαν προς το ποτάμι. Με το που βύθισαν τα πόδια τους, στο γαλανό νερό, ένιωσαν το κρύο να της κυριεύει. Δεν σταμάτησαν όμως να βαδίζουν. Ούτε όταν η στάθμη του νερού είχε ξεπεράσει το ύψος της μέσης τους και η καρδιά τους σπαρταρούσε, λες και πάθαιναν ομαδική καρδιακή προσβολή. Στάθηκαν ώμο με ώμο, κρατώντας η μια την άλλη με τα χέρια τους και δημιούργησαν μια ανθρώπινη ασπίδα. Κρατώντας η μια την άλλη, έσπασαν την ορμή του ποταμού.
Οι στρατιώτες, βλέποντας την ροή του νερού να έχει μειωθεί, όρμησαν και έμπηξαν τους ξύλινους πασσάλους στον βυθό του ποταμού. Τους στερέωσαν με μεγάλες πέτρες και άρχισαν να καρφώνουν ακανόνιστα σανίδια, ενώνοντας τις κορυφές των πασσάλων. Είχαν αρχίσει να δημιουργούν μια πρόχειρη γέφυρα σε χρόνο ρεκόρ.
Μέσα από τα μουντά σύννεφα του ουράνιου θόλου, ξεπρόβαλε ένα ολοκαίνουργιο ιταλικό τρικινητήριο βομβαρδιστικό Γκαντ Z1007 Αλτσιόνε. Ο ένας κινητήρας του ξερνούσε φωτιά και καπνό. Το ακολουθούσε ένα ελληνικό καταδιωκτικό αεροσκάφος PZL P24, με πτερύγια σαν γλάρου. Τα ερυθρά τροχιοδεικτικά του ελληνικού μαχητικού, θέρισαν την άτρακτο του ιταλικού βομβαρδιστικού. Το βομβαρδιστικό άρχισε να χάνει υψος, μπήκε σε περιδίνηση και τσακίστηκε πάνω σε μια λευκή βουνοκορφή, παρασέρνοντας μαζί του, τα πέντε μέλη του πληρώματος του. Μια πύρινη σφαίρα υψώθηκε ανάμεσα στις ολόλευκες κορφές. Το ελληνικό αεροσκάφος, κατευθύνθηκε προς το αεροδρόμιο της Μεγάλης Μίκρας, στην Θεσσαλονίκη για ανεφοδιασμό.
Λιγότερες ιταλικές βόμβες για τα εγγόνια μου, σκέφτηκε η ασπρομάλλα ογδοντάχρονη Παναγιώτα, που βρίσκονταν στην μέση του ποταμού. Είπε μια σύντομη προσευχή για τον πιλότο και έσφιξε με δύναμη τα χέρια των νεαρών κοριτσιών που βρίσκονταν εκατέρωθεν της. Το ζωντανό τείχος των γυναικών παρέμεινε σταθερό, όση ώρα οι μηχανικοί κατασκεύαζαν την γέφυρα.
Μετά από μερικές ώρες, τα κάρα άρχισαν να κινούνται πάνω στην ξύλινη γέφυρα. Οι γυναίκες αμίλητες με τα βρεγμένα ρούχα τους, να έχουν κολλήσει στο σώμα τους, φορτώθηκαν τα κανόνια με τα πυρομαχικά και πήραν τον δρόμο για τα απάτητα μονοπάτια της γρανιτένιας οροσειράς της Πίνδου. Είχαν ακόμα είκοσι χιλιόμετρα πεζοπορίας, ανάμεσα σε χαράδρες και βάραθρα, μέχρι την πρώτη γραμμή του μετώπου.
Γεώργιος Παλαιστής 🌹





Comments