top of page

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΑΣΤΡΟΝΑΥΤΗ 🎃

 

Η Σίμπιλ στεκόταν στη μέση ενός τετράγωνου δωματίου. Καθρέφτες κάλυπταν κάθε σπιθαμή των τοίχων. Εκατοντάδες είδωλά της τής ανταπέδιδαν το ίδιο απορημένο βλέμμα. Μέχρι που ένα απέκτησε δική του βούληση. Της έκλεισε το μάτι.

Η κοπέλα πάγωσε.

Το είδωλο ανοιγόκλεισε τα χείλη και μια ένρινη φωνή αντήχησε από παντού, λες και μιλούσαν όλοι οι καθρέφτες μαζί.

«Πριν φτάσεις στο τέλος, κοίτα στον καθρέφτη. Μην το ξεχάσεις. Στον καθρέφτη».

Η τελευταία λέξη δυνάμωσε τόσο, που ο αέρας άρχισε να πάλλεται.

Καθρέφτη.

Καθρέφτη.

Καθρέφτη.

Οι γυάλινες επιφάνειες ράγισαν ταυτόχρονα κι ύστερα έσπασαν. Η Σίμπιλ ύψωσε τα χέρια για να προστατεύσει το πρόσωπό της.

 

***

 

Ξύπνησε απότομα. Έμεινε για λίγες στιγμές ακίνητη, λαχανιασμένη. Ύστερα πετάχτηκε από το κρεβάτι και έτρεξε στο μπάνιο. Έριξε κρύο νερό στο πρόσωπό της και σήκωσε το βλέμμα στον καθρέφτη. Δυο λεπτές αμυχές χάραζαν το αριστερό της μάγουλο. Τις άγγιξε διστακτικά και μόρφασε από τον πόνο. Έμοιαζαν να έχουν προκληθεί από μικροσκοπικά θραύσματα γυαλιού.

Άλλο ένα προφητικό όνειρο, λοιπόν; Ή μήπως όχι;

Στα τριάντα της πια, εκείνα τα όνειρα δεν έλεγαν να σταματήσουν. Ερχόντουσαν χωρίς προειδοποίηση και σχεδόν ποτέ δεν προμήνυαν κάτι καλό.

Λίγη ώρα αργότερα περπατούσε στη μεγάλη σάλα ενός πολυσύχναστου εμπορικού κέντρου. Πορτοκαλί και μαύρες γιρλάντες κρέμονταν από την οροφή. Χάρτινες νυχτερίδες αιωρούνταν πάνω από τις βιτρίνες. Φωτισμένες κολοκύθες χαμογελούσαν με παραμορφωμένα στόματα και παιδιά ντυμένα φαντάσματα, μάγισσες και κάθε λογής τέρατα έτρεχαν ανάμεσα στους περαστικούς.

Η Σίμπιλ είχε ξεχάσει το όνειρο.

«Φάρσα ή κέρασμα;» άκουσε μια παιδική φωνή.

Ένα αγοράκι ντυμένο αστροναύτης στεκόταν μπροστά της. Το κράνος του ήταν περασμένο κάτω από το μπράτσο του και στο στήθος της στολής του υπήρχε ζωγραφισμένο ένα ξεθωριασμένο διαστημόπλοιο.

***

 

Η μικρή Κάθι κρατούσε τη γιαγιά της από το χέρι καθώς διέσχιζαν τη σάλα. Ξαφνικά ένιωσε τα δάχτυλα της ηλικιωμένης να σφίγγουν τα δικά της.

«Γιαγιά, με πονάς».

Εκείνη δεν απάντησε. Το βλέμμα της ήταν καρφωμένο σε μια νεαρή γυναίκα λίγα μέτρα πιο πέρα.

«Γιατί την κοιτάς;»

Η ηλικιωμένη απέστρεψε βιαστικά το βλέμμα. «Δεν την κοιτάω».

«Μα...»

«Πάμε, Κάθι».

«Γιατί;»

Η γιαγιά άρχισε να περπατά πιο γρήγορα. «Θα σου πω στον δρόμο».

 

***

 

Η Σίμπιλ χαμογέλασε. Έσκυψε λίγο προς το μέρος του αγοριού.

«Φάρσα» είπε συνωμοτικά. «Κι αν μου αρέσει, θα σου δώσω και κέρασμα».

Ο μικρός έκανε μια μικρή υπόκλιση κι απομακρύνθηκε. Η Σίμπιλ συνοφρυώθηκε και τον ακολούθησε με το βλέμμα. Το αγόρι πάτησε στην κυλιόμενη σκάλα. Στον πρώτο όροφο στάθηκε δίπλα στο κάγκελο και ύψωσε το χέρι προς το μέρος της σε ένδειξη χαιρετισμού. Και πριν η Σίμπιλ προλάβει να αντιδράσει, σκαρφάλωσε στο κάγκελο.

«Όχι!»

Το αγόρι πήδηξε. Όλα γύρω της σώπασαν. Η μουσική κόπηκε, οι φωνές χάθηκαν, ακόμα και οι κυλιόμενες σκάλες σταμάτησαν. Το σώμα του μικρού έπεφτε στο κενό. Για λίγες στιγμές ακουγόταν μόνο ένα παρατεταμένο, απόκοσμο σφύριγμα. Ύστερα ήρθε η πρόσκρουση κι ένας ξερός, αφύσικος κρότος. Μια γυναίκα τσίριξε και, σαν η κραυγή της να ήταν το σύνθημα, δεκάδες ακόμη ξέσπασαν μαζί. Μια λίμνη αίματος απλώθηκε γύρω από το κορμί του κι άρχισε να έρπει σαν ποτάμι προς το μέρος της, πάνω στο γυαλιστερό πάτωμα.

Η Σίμπιλ έκανε ένα βήμα πίσω και τότε τα πάντα χάθηκαν.

Το εμπορικό κέντρο είχε ερημώσει. Οι βιτρίνες ήταν σκοτεινές. Οι χάρτινες νυχτερίδες και οι πορτοκαλί γιρλάντες κρέμονταν από την οροφή, μα δεν υπήρχε ούτε ίχνος ανθρώπινης παρουσίας.

«Τι στο...»

Η φωνή της αντήχησε στον τεράστιο χώρο. Στήριξε το χέρι της στον τοίχο.

«Σύνελθε, Σίμπιλ», ψιθύρισε. «Ονειρεύεσαι. Πάλι. Ξύπν...»

Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει. Ψίθυροι ξεχύθηκαν γύρω της, λες και δεκάδες άνθρωποι μιλούσαν ταυτόχρονα πίσω από τους τοίχους. Πλησίασε και ακούμπησε το αυτί της στην επιφάνεια. Οι ψίθυροι δυνάμωσαν, ώσπου μια λέξη ξεχώρισε ανάμεσά τους:

«Πέτα...»

Τραβήχτηκε απότομα. Κάτι σύρθηκε δίπλα στο πόδι της. Οι μαύρες και πορτοκαλί γιρλάντες του Halloween είχαν πέσει από την οροφή και σέρνονταν πάνω στα πλακάκια σαν μακριά φίδια. Μία τυλίχτηκε γύρω από μια κολόνα, ενώ άλλη σκαρφάλωσε πάνω σε μια βιτρίνα. Οι χάρτινες νυχτερίδες πάνω τους άρχισαν να τσαλακώνονται, να διπλώνουν και να μεταμορφώνονται σε μαύρα αγκάθια. Οι γιρλάντες εξαπλώθηκαν στους τοίχους και στην οροφή, κλείνοντας κάθε έξοδο. Ένα αγκάθι πλησίασε τον αστράγαλό της.

Και τότε ο κόσμος επέστρεψε.

Η Σίμπιλ τινάχτηκε. Το αγοράκι βρισκόταν πάλι μπροστά της.

«Θα με βοηθήσεις τελικά, κυρία;»

Εκείνη τον κοίταξε αποσβολωμένη. «Τι... τι χρειάζεσαι;»

Το αγόρι έδειξε προς τα πάνω. Ένα ασημί μπαλόνι είχε κολλήσει ψηλά, κοντά στην οροφή. Είχε σχήμα διαστημοπλοίου.

«Μου έφυγε».

Η Σίμπιλ κοίταξε το μπαλόνι. «Και;»

«Πήγα πάνω για να το πιάσω». Έριξε μια γρήγορη ματιά προς τον πρώτο όροφο. «Αλλά φοβήθηκα ότι θα πέσω».

Η Σίμπιλ ακολούθησε ασυναίσθητα το βλέμμα του.

«Θα μου πάρεις ένα άλλο;»

«Πού είναι οι δικοί σου;»

Το παιδί έδειξε μια ηλικιωμένη γυναίκα που στεκόταν με την πλάτη γυρισμένη μπροστά σε μια βιτρίνα.

«Η γιαγιά μου». Χαμήλωσε τα μάτια. «Δεν έχει πολλά χρήματα».

«Πού πουλάνε;»

Ο μικρός έγνεψε προς έναν παλιάτσο στην άλλη άκρη του διαδρόμου. Κρατούσε ένα τεράστιο μπουκέτο από πολύχρωμα μπαλόνια.

Η Σίμπιλ τον πλησίασε μαζί με το παιδί. «Ποιο θέλεις;»

«Εκείνο» είπε χωρίς δισταγμό.

Ήταν ολόιδιο με εκείνο στην οροφή. Πήγε να βγάλει το πορτοφόλι της, μα ο παλιάτσος σήκωσε τον δείκτη και τον κούνησε αργά αρνητικά. Έκοψε το κορδόνι του μπαλονιού και της το έδωσε δωρεάν. Εκείνη δίστασε. Το βαμμένο χαμόγελό του φαινόταν υπερβολικά μεγάλο.

«Ευχαριστώ» ψιθύρισε.

Έπιασε το κορδόνι και την ίδια στιγμή ένιωσε κάτι να σφίγγει τον καρπό της. Χαμήλωσε το βλέμμα. Είχε τυλιχτεί μόνο του γύρω από το χέρι της.

«Ορίστε» είπε στο παιδί.

Εκείνο όμως άρχισε να οπισθοχωρεί.

«Έλα. Πάρ’ το».

Το αγόρι έκανε άλλο ένα βήμα πίσω. Η Σίμπιλ το ακολούθησε ενώ το κορδόνι την έσφιγγε όλο και πιο πολύ. Για μια στιγμή, ο κόσμος εξαφανίστηκε. Οι διάδρομοι ερήμωσαν. Οι γιρλάντες σέρνονταν στα πλακάκια.

Ανοιγόκλεισε τα μάτια: φώτα, φωνές, άνθρωποι. Το παιδί συνέχιζε να απομακρύνεται.

Έκανε άλλο ένα βήμα: σκοτάδι.

Πέτα...

Άλλο ένα: φώτα, άνθρωποι.

Ακόμη ένα: ερημιά.

Πέτα...

Η Σίμπιλ προσπάθησε να σταματήσει, μα τα πόδια της δεν υπάκουσαν. Το κορδόνι είχε σφίξει τόσο γύρω από τον καρπό της, που είχε αφήσει ένα βαθύ κόκκινο σημάδι. Το μπαλόνι την έσερνε προς τα εμπρός. Κάθε ανεπαίσθητο τράβηγμα ανάγκαζε τα πόδια της να κάνουν ακόμη ένα βήμα.

Ο παλιάτσος την παρακολουθούσε από μακριά. Το κόκκινο χαμόγελό του άρχισε να λιώνει. Το παιδί συνέχιζε να απομακρύνεται.

«Έλα» ψιθύρισε και χαμογέλασε. «Μπορείς να πετάξεις».

Η Σίμπιλ πάγωσε.

Πέτα...

Η ίδια λέξη που ψιθύριζαν οι φωνές στους τοίχους. Θυμήθηκε το παιδί που είχε πηδήξει, το μπαλόνι, το αίμα. Και τότε ένιωσε το μάγουλό της να καίει. Άγγιξε τις δυο αμυχές και τα δάχτυλά της βράχηκαν. Τα έφερε μπροστά στο πρόσωπό της. Ήταν ματωμένα. Θυμήθηκε το όνειρο που είχε δει.

Πριν φτάσεις στο τέλος... Οι λέξεις του ονείρου επέστρεψαν. Κοίτα στον καθρέφτη.

Σάρωσε πανικόβλητη τον χώρο. Δεν υπήρχε καθρέφτης. Υπήρχαν μόνο... βιτρίνες. Το βλέμμα της σταμάτησε στην κοντινότερη.

Στην αντανάκλαση, η Σίμπιλ δεν βρισκόταν στον διάδρομο. Στεκόταν πάνω στο μεταλλικό κάγκελο του πρώτου ορόφου, ακροβατώντας με τα χέρια ανοιχτά. Η μισή της πατούσα βρισκόταν ήδη στο κενό.

Κοίταξε μπροστά της. Το παιδί στεκόταν λίγα μέτρα πιο πέρα, πάνω σε έναν κανονικό διάδρομο και χαμογελούσε, ενώ της έκανε νόημα να το ακολουθήσει. Έστρεψε ξανά τα μάτια στη βιτρίνα. Δεν υπήρχε διάδρομος μπροστά της, μόνο κενό. Και δεν υπήρχε κανένα παιδί στην αντανάκλαση και κανένας παλιάτσος˙ μόνο εκείνη, με ένα μπαλόνι δεμένο στον καρπό. Ένιωσε το στομάχι της να ανακατεύεται.

Το αγόρι άνοιξε τα χέρια του. «Έλα».

Το κορδόνι τεντώθηκε και η Σίμπιλ παραπάτησε προς τα εμπρός. Πάνω από το κεφάλι της, το ασημί διαστημόπλοιο αιωρούνταν αθώα. Άρπαξε το κορδόνι ψηλότερα και τράβηξε το μπαλόνι προς το μέρος της. Έχωσε τα νύχια της στο λεπτό νάιλον. Το μπαλόνι έσκασε με έναν εκκωφαντικό κρότο. Το παιδί άνοιξε το στόμα και το πρόσωπό του παραμορφώθηκε. Και τότε ολόκληρος ο κόσμος διαλύθηκε.

 

***

 

«Φάρσα ή κέρασμα;»

Η Σίμπιλ ανοιγόκλεισε τα μάτια.

Το αγοράκι ντυμένο αστροναύτης στεκόταν μπροστά της, ακριβώς όπως πριν. Ο κόσμος περνούσε γύρω τους, τα παιδιά γελούσαν και η μουσική ακουγόταν από τα ηχεία.

Εκείνη βρισκόταν στο ισόγειο. Ένα λεπτό κόκκινο σημάδι περιέβαλλε τον καρπό της. Οι δυο αμυχές στο μάγουλό της έκαιγαν ακόμη. Ψηλά, η οροφή ήταν άδεια.


Στο σημείο όπου στεκόταν ο παλιάτσος δεν υπήρχε κανείς. Ούτε μπαλόνια.


Η βιτρίνα όπου είχε δει την ηλικιωμένη ήταν επίσης άδεια. Ξεροκατάπιε. Τίποτε από όλα αυτά δεν είχε συμβεί. Ακόμη.

 

***

 

«Λοιπόν;» επέμεινε η Κάθι, όταν εκείνη και η γιαγιά της είχαν απομακρυνθεί αρκετά.

Η ηλικιωμένη έριξε μια ματιά πίσω της. «Λέγεται πως το εμπορικό κέντρο είναι στοιχειωμένο».

Η Κάθι πλησίασε περισσότερο στο πλευρό της. «Από ποιον;»

«Μια μέρα σαν τη σημερινή, πριν από πολλά χρόνια, ένα αγοράκι είχε έρθει εδώ με τη γιαγιά του. Ήταν ντυμένο αστροναύτης».

Η μικρή την κοίταξε με περιέργεια. «Και τι έγινε;»

«Κρατούσε ένα μπαλόνι. Ένα ασημί διαστημόπλοιο. Κάποια στιγμή τού ξέφυγε και ανέβηκε ως την οροφή». Η ηλικιωμένη έκανε μια μικρή παύση. «Το παιδί ανέβηκε στον πρώτο όροφο για να το πιάσει. Σκαρφάλωσε στο κάγκελο».

Η Κάθι άνοιξε διάπλατα τα μάτια. «Και έπεσε;»

«Ναι».

«Πέθανε;»

Η γιαγιά έγνεψε. «Ακαριαία».

Η Κάθι έσφιξε περισσότερο το χέρι της.

«Λένε πως επιστρέφει κάθε χρόνο την ίδια μέρα» συνέχισε η γυναίκα.

«Γιατί;»

Η ηλικιωμένη κοίταξε ξανά προς τα πίσω. «Για να ξαναπαίξει».

«Τι να παίξει;»

Η φωνή της χαμήλωσε. «Το τελευταίο του παιχνίδι. Ρωτάει “Φάρσα ή κέρασμα;” Και αν πεις φάρσα» η γιαγιά σταμάτησε και κοίταξε προς τον πρώτο όροφο. «Τότε πρέπει να παίξεις μέχρι το τέλος».

Η Κάθι ακολούθησε το βλέμμα της. «Και ποιο είναι το τέλος;»

Η ηλικιωμένη έσφιξε τα χείλη. «Το ίδιο με το δικό του».

Η μικρή κατάπιε. «Και αν πεις κέρασμα;»

Η γιαγιά χαμογέλασε αχνά. «Τότε εύχεσαι να έχεις κάτι στην τσέπη σου».

 

***

 

Η Σίμπιλ δεν απάντησε αμέσως. Το αγόρι περίμενε, χαμογελώντας.

«Λοιπόν;» είπε ξανά. «Φάρσα ή κέρασμα;»

Εκείνη έσκυψε αργά προς το μέρος του κι έβγαλε μια καραμέλα από την τσέπη της.

«Κέρασμα».

Για πρώτη φορά, το χαμόγελο του παιδιού εξαφανίστηκε.

 


Ερωδίτη Παπαποστόλου 🍁

Comments


bottom of page