top of page

Ανακάλυψη τώρα

4 hours ago
6 min read

Του Σίμου Ιωσηφίδη



Κάποτε, όταν ήμασταν παιδιά, κάναμε μακροβούτια στη θάλασσα αποδεικνύοντας, με ένα υπεροπτικό, γεμάτο καγχασμό χαμόγελο, πως ακουμπούσαμε το βυθό ανασύροντας ό,τι βρίσκαμε· άμεση απόδειξη μιας ακόμη επιτυχούς κατάδυσης. Άμμο, φύκια, βότσαλα δείχνοντάς τα με θαυμασμό. Τώρα πια, όταν συναντιόμαστε η παρέα, δεν κάνουμε μακροβούτια στη θάλασσα αλλά στο χρόνο.

Κλείνουμε τα μάτια, όπως τότε, βουτώντας στο βυθό του παρελθόντος. Και όταν η άνωση του νερού μας φέρνει στο οξυγόνο, τότε, κρατάμε σφιχτά στα χέρια μας τα πειστήρια βάθους που είχε το υποθαλάσσιο διάνυσμα.

Αναμνήσεις λαμπερές, κομματάκια ζωντανά που, σαν ψηφιδωτά σε παζλ, τα τοποθετούμε με ευλάβεια στην σωστή θέση προσπαθώντας απεγνωσμένα να ανασυστήσουμε μια θαμπή εικόνα, μιαν εικόνα που ήταν χωμένη στην παγερή σκιά του βυθού.

Λουσμένα με ήλιο μεσημέρια και βαμμένες με φεγγάρι νύχτες. Χαμόγελα παιδικά, βάσανα μαθητικά συνοδευόμενα από όλους μας με εκείνο το αμήχανο υπομειδίαμα μελαγχολίας.

Σαν εκείνο το βροχερό απόγευμα του Οκτώβρη που φτάσαμε εκατέρωθεν, όλη η παρέα, μουσκεμένοι, στο ουζερί του Νίκου.

Ήταν φθινόπωρο και ο άνεμος φυσούσε πολύ κόντρα για όλους μας. Τα δέντρα έσταζαν· σαν ποιήματα θολά, δυσδιάκριτα που έγραφε η γη προς τον ουρανό. Δίχως χαρτί, ποιήματα του βλέμματος. Τα ποιήματα που γράφονται επί χάρτου, κάτι τέτοιες στιγμές, υποβαθμίζονταν σαν άοσμες καταγραφές της κενότητάς μας.

Μοιάζαμε όλοι σε κρίση επειδή μάς ήταν δύσκολο το «κρίνειν». Στην ουσία, όλοι το ξέραμε αυτό, δεν ήμασταν σε κρίση, αλλά σε μια διαρκή «ακρισία». Σε παρατεταμένη παρακμή. Μπορούσαμε να βλέπουμε αλλά ποτέ δεν κατορθώναμε να κοιτάξουμε. Δεν μπορούσαμε να εστιάσουμε επάνω στην ακατάσχετη ροή του ορατού και στην αδιάκοπη παλίρροιά του. Ξέραμε, φυσικά, πως για να μπορέσουμε να περάσουμε από το «οράν» στο «κοιτάζειν» θα έπρεπε να ακινητοποιήσουμε το βλέμμα μας στην συνεχή ροή του ορατού.

Με χαμένα τα κλειδιά των σπιτιών μας, εκείνο το βροχερό απόγευμα του φθινοπώρου, στο ουζερί του Νίκου. Όπως κάποια απογεύματα, πολλά χρόνια πριν, που περπατούσαμε όλοι στα υγρά στενά της μικρής πολίχνης που μας αγκάλιαζε από παιδιά και μας έξαπτε εφηβικές περιέργειες.

Μια από αυτές ήταν να εξερευνήσουμε εκείνο το παλιό εγκαταλελειμμένο κτήριο. Νομίζαμε, όπως και σήμερα άλλωστε, πως πάντα σε κάτι ακατοίκητο και παρατημένο χρόνια κρυβόταν κάτι νέο που άστραφτε.

Συνηθίζαμε σε τέτοιες εξορμήσεις να φοράμε ρούχα κουρελιασμένα, κάτι τρύπιες φόρμες στα γόνατα. Μισή περίπου ώρα από τη γειτονιά μας, στην οδό Αγίου Όρους, στην ανοιχτή στροφή του καρβουνιάρικου, προχωρώντας ανάμεσα στους ψηλούς ευκάλυπτους και στις χρυσές λεύκες που σαν φλεγόμενες δάδες άγγιζαν τον ουρανό, συναντήσαμε το παλιό εργοστάσιο σιδήρου.

Ρημαγμένο και πανύψηλο στεκόταν πάντα ακίνητο μπροστά δελεάζοντάς μας για περιπέτεια. Σαν μια αισθητηριακή αντίληψη που συνέβαινε με την ύπαρξη ενός εξωτερικού ερεθίσματος που έμοιαζε γιγάντιο, σαν το κτήριο. Ήταν εκείνη η ψευδαίσθηση που μας συνάρπαζε, που ήταν προτιμότερη από χιλιάδες αλήθειες και συνέβαινε μάλλον γιατί ζούσε έντονα στη φαντασία μας.

Ήταν ένα γαιώδες καφέ εργοστάσιο στο χρώμα του χώματος και είχε όλα τα παράθυρα σπασμένα. Κάπως απρόσμενα, όταν ανοίξαμε την μεγάλη πύλη της εισόδου, μια οβάλ βαριά σιδερένια πόρτα, αντικρίσαμε πληθώρα αφρολέξ. Κάτι παρατημένα ογκώδη κίτρινα ανωστρώματα. Πριν συνεχίσουμε, ο Μιχάλης και ο Τζίμης πήδηξαν με δύναμη καγχάζοντας πάνω σε αυτά. Φώναζαν λέγοντας, «να ένα τσαχπίνικο twist»! Στην ατραξιόν σύντομα μπήκε και ο Τάκης παρακινούμενος από τα κύματα σκόνης που αιωρούνταν στον αέρα. Κι έπειτα, αφού μας τύλιγε η ομίχλη, με γκρίζα μαλλιά, σταθήκαμε μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη της εισόδου χαριεντιζόμενοι και παριστάνοντας τους εαυτούς μας χρόνια μετά, πειράζοντας ο ένας τον άλλον. Κι ανεβαίναμε την ελικοειδή τροχιά των τσιμεντένιων σκαλιών...

Πάντα ο Τάκης μπροστά, ο ριψοκίνδυνος της παρέας που αψηφούσε κάθε επαπειλούμενο κακό κι εμείς, διστακτικοί ακόλουθοί του, μισή σκάλα πίσω.

Ο όροφος με τους μαύρους καμένους τοίχους ήταν γεμάτος από καλούπια στο σχήμα καμπάνας. Ρινίσματα σιδήρου από δύο τεράστιους γωνιακούς τροχούς έκαναν το έδαφος μαλακό και τα όποια ίχνη μας αντιληπτά. Μερικά ξέθωρα αναρτημένα ημερολόγια στους τοίχους με ημίγυμνα κορμιά γυναικών προφανώς θα έκαναν τις εργατοώρες των σιδεράδων πιο ευχάριστες. Κάποιοι, σιωπηρά, έκοβαν μήνες βάζοντάς τους κρυφά στις τσέπες. Ο Ιούνιος του ’73 κόσμισε την τσέπη του Ζαχαρία. Εικόνιζε μια μελαμψή κοπέλα. Κοιτούσε με ένα λοξό βλέμμα που έβριθε υπονοούμενων. Τα υποσχόμενα μεγάλα στήθη της καταδίωκαν τις σκοτεινές φαντασίες όλων.

Στον πιο πάνω όροφο οι τοίχοι ήταν ραγισμένοι και δυο δοκάρια είχαν σωριαστεί καθυστερώντας το διάβα μας. Το σημείο αυτό έμοιαζε απειλητικό και το προσπερνούσαμε γρήγορα φοβούμενοι πιθανές κατολισθήσεις. Σκέφτηκα πως η σκέψη είναι η απόπειρα να αποφύγεις ό,τι συμβαίνει μπροστά σου παραβλέποντας το εμπόδιο. Η στατική ανεπάρκεια του χώρου, ωστόσο, δεν ανησυχούσε τα παιδικά μας μυαλά. Τα τελευταία, σε αυτό το μισογκρεμισμένο κτήριο, έψαχναν το χαμένο τους Είναι...

Πιο πέρα μια σπασμένη κουνιστή καρέκλα έκανε τη φαντασία μας να οργιάζει. Καθόμασταν αμφότεροι φουμάροντας σοκολατένια πουράκια προσποιούμενοι τα μελλούμενα και μιμούμενοι κάποιους γείτονες. Το άνετο κάθισμα έτριζε και, υποβοηθούμενο της ηχούς του ορόφου, έκανε ένα ηχητικό σαπένς μετατρέποντας την ατμόσφαιρα σε εφιαλτική.

Σουρούπωνε και ο Ζαχαρίας με τον Μιχάλη έπαιρναν κάτι πασσάλους εκσφεντονίζοντάς τους στα ήδη σπασμένα τζάμια των παραθύρων προσπαθώντας να προκαλέσουν ένα επιπλέον ακουστικό σασπένς. Τότε γελούσαμε περισσότερο για να καμουφλάρουμε το φόβο μας παρά για την ανύπαρκτη κωμικότητα της σκηνής. Αποσιωπούσαμε το προφανές γιγαντώνοντας την «ομοψυχία της παρέας».

Ο Τάκης από τον πιο πάνω όροφο μάς προέτρεπε να ακολουθήσουμε. Κι ανεβαίναμε αψηφώντας το σκοτάδι την σπειροειδή σκάλα. Δεν ήμασταν οι πρώτοι εξερευνητές γεγονός που φαινόταν από τους τοίχους που ήταν βαμμένοι με σπρέι: καρδούλες με μονογράμματα ατυχών ερώτων, νεκροκεφαλές και διάφορα αποφθέγματα μαρτυρούσαν του λόγου το αληθές.

Ο παραπάνω όροφος με τα αμόνια στο κέντρο του μας προσκαλούσε. Τα αντικείμενα αυτά ήταν σαν οντότητες που ομολογούσαν την αλήθεια. Κάτι οξειδωμένα μέταλλα που απλώς δεν έλεγαν ψέματα. Και δεν έλεγαν ψέματα διότι σώπαιναν στην σκουριά τους. Το έδαφος εδώ ήταν πνιγμένο στο κάρβουνο.

Ο Τάκης φόρεσε μια ταλαιπωρημένη μάσκα συγκόλλησης και έδεσε γύρω του ένα μαύρο ύφασμα. Έμοιαζε με ασυνήθιστο καλλιτέχνη. Άρπαξε ένα μεγάλο δράπανο παριστάνοντας σε όλους το Χάρο. Με αυτόν τον τρόπο πίστευε πως έδινε μια γοτθική πινελιά μυστηρίου. Ο Τζίμης κοντοστάθηκε, θυμίζοντάς μας τους δύο εργάτες που είχαν εξαφανιστεί πριν κλείσει το εργοστάσιο. Επίσημα είχαν δηλωθεί θανόντες εφτά χρόνια μετά αλλά οι σοροί τους παρέμειναν στην αφάνεια. Εικασίες από γείτονες για πεταμένα πτώματα σε μια μάντρα αυτοκινήτων, ακολούθησαν το γεγονός ταράζοντας τα νερά κάποιων βαρετών βραδιών τους. Τώρα με κουρελιασμένα ρούχα κυκλοφορούν τις νύχτες στοιχειώνοντας όνειρα. Η πραγματικότητα με το άγνωστο πάντα σε κάνουν να ανατριχιάζεις επιπλήττοντας τα νεύρα των πιο ευαίσθητων. Τα παγωμένα βλέμματά μας συναντήθηκαν ακαριαία.

Ανεβαίνοντας συναντήσαμε μια βαριά πόρτα που έτριξε ανατριχιαστικά στο άνοιγμά της. Οι σιαγόνες μιας τεράστιας βυσσινί επιτραπέζιας μέγγενης δέσποζε στη γωνία. Ο φακός από τα τρεμάμενα χέρια του Μιχάλη εστίασε σε δεκάδες μισοτελειωμένα πέταλα σε μιαν άκρη. Διάφορα σφυριά κρέμονταν στους τοίχους σαν εξπρεσιονιστικές μονοκοντυλιές, αινίγματα του παρελθόντος που κάνουν το χρόνο ασαφή.

Όσο συνεχιζόταν η ανοδική πορεία νιώθαμε να βαραίνουν τα πόδια μας και να ελαφραίνει η φαντασία μας κάνοντας σενάρια σιβυλλικής πλοκής. Όπως το πεντακάθαρο τραπέζι με τις βαριές τσιμπίδες που βρισκόταν στο κέντρο του άλλου ορόφου. «Κάποιος το είχε χρησιμοποιήσει πρόσφατα», σκέφτηκα απορημένος, αφού ακούμπησα τα δάχτυλά μου στην επιφάνειά του που, παραδόξως, δεν έφερε κανένα ίχνος σκόνης. Κράτησα το συλλογισμό μου για μένα φωνάζοντας, «παιδιά ας ανεβούμε πριν νυχτώσει». Δεν πτοούμασταν. Το πολύ πολύ σε μια σειρά εφηβικών σφαλμάτων να προσθέταμε ακόμη ένα...

Συνεχίσαμε την άνοδο αφήνοντας κάποιους ορόφους ανεξερεύνητους. Όσο νύχτωνε, η υγρασία, που ήταν εγκατεστημένη χρόνια στο κτήριο, έκανε την μυρωδιά της σκουριάς αρκετά πιο έντονη. Ένας υπόκωφος ήχος σαν τρίξιμο ακούστηκε από το βάθος μιας πόρτας επιταχύνοντας το βήμα μας προς την έξοδο της ταράτσας. Αυτοί οι ήχοι λίμας σιδήρου βασάνιζαν τη φαντασία μας ενόσω φτάναμε.

Η πόρτα της ταράτσας ήταν μισάνοιχτη. Είχε αρχίσει να βρέχει. Από ψηλά φαίνονταν δύο κουκίδες ακαθόριστες στο γυαλό. Και πιο πίσω, δύο εραστές έβγαιναν γελώντας στην ακτή. Το υγρό αγιάζι στο πρόσωπο τούς άφηνε μιαν αίσθηση απόλυτης ελευθερίας. Το εφήμερο και το επουσιώδες έδιναν ένα άδηλο παρόν.

Η αμφιλύκη έκανε τον κόλπο μαγικό. Οι ανταύγειες του λυκόφωτος στους απέναντι λόφους ξεψυχούσαν την ημέρα κάνοντας το φως του Οκτώβρη εύθραυστο, ενώ εξευμένιζαν το αντιφέγγισμα. Και η φυλλοροή του φθινοπώρου, της πιο ανθρώπινης εποχής, τους έκανε ωχρούς. «Απλότητες ανεπηρέαστες, αυθαίρετες απλουστεύσεις της φύσης», σκέφτηκα, κοιτάζοντας τη θάλασσα που απλωνόταν μπροστά μου. Ο αφρός της τρεμόσβηνε. Ακούγονταν ανεπαίσθητα τριξίματα ξύλου. Κάποια πετάγματα πουλιών έδιναν υπόσταση στον ουρανό. Σκέφτηκα πως αυτή η εικόνα σού έδινε την αίσθηση ότι ο κόσμος δεν έχει όρια. Η φασαρία της μικρής πόλης γινόταν ένα απαλό, μακρινό και ρυθμικό βουητό. Και ένας σκύλος γάβγιζε μακριά σαν να μην ένοιωθε το χρόνο.

Είχε νυχτώσει σχεδόν. Τα όρια ανάμεσα στη θάλασσα και τον ουρανό σε λίγο θα γίνονταν αμυδρά μέχρι να χαθούν. Μου έκανε εντύπωση ότι η οσμή του ιωδίου κατάφερνε και έφτανε τόσο ψηλά. Είχα την αίσθηση πως φύκια χάιδευαν όλο το σώμα μου. Και πως η σκόνη που είχαμε όλοι πάνω μας γινόταν χρυσόσκονη.

Στην άκρη δεν υπήρχαν κάγκελα παρά μόνο ένα χαμηλό στηθαίο. «Τώρα η θάλασσα μοιάζει με έναν τεράστιο καθρέφτη του ουρανού», σκέφτηκα. Κι ένα μικρό βαρκάκι θυμάμαι, που, σαν αρχιερέας της παροδικότητας, εισχωρούσε με μια ράθυμη περιδίνηση μες στην αντανάκλαση της παλλόμενης ημισέληνου. Σαν να άκουγα την ηχώ των κουπιών του στον οριζόντιο λήθαργο. Μια εκλεπτυσμένη ηχητική ασυμμετρία που θα ήταν αδύνατο να τραγουδηθεί. Κι ένας παραισθητικός αναδιπλασιασμός της πραγματικότητας που σαγήνευε.

«Συμβαίνουν όλα αυτά γιατί μάλλον τα ποθήσαμε πολύ», είπε ο Τάκης κατεβάζοντας το δρεπάνι. Και τότε ο Ζαχαρίας έκανε σαΐτα τον Ιούνιο του ’73 ρίχνοντάς την στο κενό.

Και το ψιλόβροχο συνέχιζε το χαβά του. Με χαμένα τα κλειδιά των σπιτιών μας, εκείνο το βροχερό απόγευμα του φθινοπώρου, στο ουζερί του Νίκου, κρυβόταν κάτι νέο που άστραφτε...




Σίμος Ιωσηφίδης 🌹







Comments


bottom of page