Όταν οι Γυναίκες της Πίνδου του 1940 αψήφησαν τον ποταμό Καλαμά

«Στης ιστορίας το διάσελο όρθιος ο γιος πολέμαγε
κι η μάνα κράταε τα βουνά, όρθιος να στέκει ο γιος της
μπρούτζος, χιόνι και σύννεφο. Κι αχολόγαγε η Πίνδος
σαν να ’χε ο Διόνυσος γιορτή.»
Νικηφόρος Βρεττάκος, Ποιητής και πεζογράφος (1912 –1991)
Πίνδος Καλαμάς, 11:00, Δευτέρα 04 Νοεμβρίου 1940
Οι παγωμένες ριπές της καταρρακτώδους βροχής, θέριζαν τους Έλληνες στρατιώτες και τις σαράντα μαυροφορεμένες γυναίκες, που είχαν καταγωγή από τα χωριά Καλπάκι, Δελβινάκι, Λίμνη, Κεφαλόβρυσο, Βασιλικό, Ασπράγγελοι, Τσεπέλοβο, Αρίστη, Παπίγκο, Φούρκα, Πυρσόγιαννη, Βουρμπιάνη και Πεντάλοφο.
Όλοι τους στέκονταν δίπλα σε μια ατελείωτη σειρά από κάρα, που ήταν φορτωμένα με κασόνια που περιείχαν βλήματα πυροβολικού. Κοιτούσαν με απόγνωση την κατεστραμμένη ξύλινη γέφυρα, που είχε διαλυθεί από τα υπερχειλισμένα νερά του ποταμού Καλαμά. Η συνεχιζόμενη βροχή είχε υψώσει την στάθμη του ποταμού Καλαμά και τον είχε μετατρέψει σε ένα επικίνδυνο χείμαρρο, που παράσερνε τα πάντα στο διάβα του. Τα κάρα όμως έπρεπε να περάσουν τον ποταμό. Στο βάθος ψηλά στα ομιχλώδη κατάλευκα όρη της Πίνδου, αχνόφεγγαν ερυθρές αναλαμπές από τους βομβαρδισμούς. Ο βουνίσιος αέρας μετέφερε μέχρι την θέση τους, την οσμή του μπαρουτιού. Το ιταλικό πυροβολικό εκτόξευε χιλιάδες οβίδες κατά των Ελλήνων υπερασπιστών, προσπαθώντας να κάμψει το ηθικό τους. Στην συνέχεια οι Ιταλοί στρατηγοί θα έστελναν την επίλεκτη μεραρχία τεθωρακισμένων «Κένταυρος» στην τοποθεσία Ελαίας Καλπακίου. Οι Έλληνες είχαν προετοιμαστεί με αντιαρματικούς τάφρους, άλλα το πυροβολικό που ήταν θα ήταν αυτό που θα έκρινε την έκβαση της μάχης. Χρειάζονταν όμως απεγνωσμένα τα πυρομαχικά, αλλιώς τα κανόνια θα σιγούσαν. Και οι Έλληνες στρατιώτες θα αναγκάζονταν να αντιμετωπίσουν τα τεθωρακισμένα με τα τυφέκια τους, όπως έκαναν οι πολωνοί με τα γερμανικά τανκς το 1939. Οι σκαπανείς του στρατού, είχαν προσπαθήσει να δημιουργήσουν καινούργια υποστυλώματα για να φτιάξουν νέα γέφυρα, αλλά το ποτάμι, τα παράσερνε μακριά.

Οι γυναίκες κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Ήταν από διαφορετικά χωριά και οι ηλικίες τους ποικιλλούσαν. Υπήρχαν γυναίκες που είχαν δει λίγους χειμώνες, μερικές είχαν δει πάρα πολλούς και οι περισσότερες είχαν δει αρκετούς. Αυτό που της ένωνε όμως, ήταν πως όλες τους είχαν κάποιο αγαπημένο πρόσωπο τους, που πολεμούσε στο Ελληνοιταλικό μέτωπο. Μπορεί να ήταν ο αδερφός τους, ο άντρας τους, ο γιος τους, ο εγγονός τους ή ο παππούς τους. Καθώς όταν ξεκίνησε η ιταλική εισβολή, όλα σχεδόν τα χωριά της Ηπείρου και της Δυτικής Μακεδονίας, άδειασαν από τον αντρικό πληθυσμό. Όλοι οι άντρες μετέβησαν στα χαρακώματα, ενώ ακόμα και οι ηλικιωμένοι ξεκίνησαν για την πρώτη γραμμή, σε βοηθητικό ρόλο. Οι γυναίκες της Πίνδου ανέλαβαν, την προστασία των παιδιών και την διατήρηση των σπιτικών τους. Με την κακοκαιρία και τους συνεχιζόμενους βομβαρδισμούς να απειλούν την μεταφορά των εφοδίων στους Έλληνες στρατιώτες, ανέλαβαν από μόνες τους, την μετακίνηση των πυρομαχικών. Συγκρότησαν ομάδες και φορτωμένες με ξύλινα κιβώτια βάρους τουλάχιστον δεκατεσσάρων κιλών, διέσχιζαν τα βουνίσια μονοπάτια της χιονισμένης Πίνδου, μεταφέροντας σφαίρες, όλμους και ζεστά ρούχα για τους Έλληνες στρατιώτες. Πολλές θα έβρισκαν τον θάνατο, από τον πάγο, τον χιόνι ή τις ιταλικές οβίδες, αλλά καμία τους δεν δείλιασε.
Έτσι και σήμερα μια εβδομηντάχρονη βάδισε προς τον χείμαρρο και την ακολούθησαν και οι υπόλοιπες. Βυθίστηκαν τα πόδια τους, στο παγωμένο νερό και ένα κύμα ψύχους διέτρεξε όλο το σώμα τους. Δεν λύγισαν όμως, συνέχισαν να περπατάνε μέσα στο ποτάμι. Όταν το νερό έφτασε το ύψος των ώμων τους, ένιωσαν πως λες και θα σταματούσε η καρδιά τους από το σοκ. Καμία τους όμως δεν σκέφτηκε να εγκαταλείψει την προσπάθεια. Στάθηκαν δίπλα η μια στην άλλη, με τα χέρια τους ενωμένα και δημιούργησαν ένα ανθρώπινο φράγμα. Το θάρρος τους, νίκησε την ορμή του υπερχειλισμένου ποταμού.
Οι μηχανικοί του στρατού, παρατήρησαν πως η σφοδρότητα του ποταμού είχε μειωθεί αισθητά. Εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία και βύθισαν τους ξύλινους πασσάλους στον βυθό του ποταμού. Χρησιμοποιώντας ακανόνιστες κοφτερές πέτρες από την όχθη του ποταμού στερέωσαν τα υποστυλώματα και ξεκίνησαν να φτιάχνουν την ξύλινη γέφυρα.
Μέσα από τα μαύρα σύννεφα του ουράνιου στερεώματος, ξεπρόβαλαν δυο ζεύγη ελληνικών καταδιωκτικών αεροσκαφών PZL P24, με πτερύγια που τα έκαναν να μοιάζουν σαν γλάροι. Πέταξαν χαμηλά πάνω από τα κεφάλια των παρευρισκόμενων και κατευθύνθηκαν προς την οροσειρά της Πίνδου, εκμεταλλευόμενοι το ανάγλυφο της περιοχής. Τέσσερις σιωπηλοί κυνηγοί, θα αντιμετώπιζαν τα εκατοντάδες αεροσκάφη που διέθετε η ιταλική αεροπορία. Δεν υπήρχε όμως εναλλακτική επιλογή. Τα λίγα δεκάδες λειτουργικά πολωνικά αεροσκάφη του 1929, που διέθετε η Ελλάδα, θα έπρεπε να προστατέψουν τους Έλληνες στρατιώτες αλλά και αυτούς που μετέφεραν τα πολεμοφόδια. Χρησιμοποιώντας ενέδρες στα βουνά, είχαν καταφέρει να προκαλέσουν απώλειες στα ιταλικά αεροσκάφη. Πλέον οι Ιταλοί δεν έκαναν περίπατο, ούτε στην ξηρά αλλά ούτε στον αέρα της Πίνδου.
Η ζωντανή ασπίδα που δημιούργησαν οι γυναίκες, έμεινε ακλόνητη μέχρι την υλοποίηση της γέφυρας. Ύστερα από αρκετές ώρες, οι βραδυκίνητες άμαξες άρχισαν να διασχίζουν την νέα γέφυρα.
Οι γυναίκες σιωπηλές με τα μουσκεμένα ρούχα τους, βγήκαν από το ποτάμι, ενώ έτρεμαν σύγκορμες. Χωρίς ούτε να παραπονεθούν, φορτώθηκαν τα κιβώτια με τις σφαίρες και άρχισαν να ανηφορίζουν προς τα βουνά της Πίνδου. Είχαν να διανύσουν ακόμα είκοσι χιλιόμετρα, ανάμεσα στον πάγο και τις ιταλικές βόμβες.
ΤΕΛΟΣ
Γεώργιος Παλαιστής 🌹





Comments