top of page

Φιλότι το πρώτο άγγιγμα


Κορίτσι ήμουνα, θυμάμαι, εικοσιδυό χρονών,

σαν ηλθα ξένη εδώ, σε σένα όμορφο χωριό.

Φιλότι, τώρα, μονάχα, πως λέγαν τ’ όνομά σου,

απ’ εκεί να ακουστεί για τ’ ξαίσιο άρωμά σου.

Νοέμβρης ήτανε, Παρασκευής θυμάμαι βράδυ,

σαν μ’ άγγιξε το δροσερό της σιγαλιάς σου χάδι.

Μες στην καρδιά μου ήχησε γλυκό να χτυποκάρδι,

κι ένιωσα τέρψη άφατη, γλυκά να μ’ αγκαλιάζει,

σαν ο Θεός από ψηλά, νάμα μες την ψυχή να στάζει.

Γιατί, σαν πάτησα εκείνη τη βραδιά τα χώματα,

με λούσανε ευθύς των μυρωδιών τα χρώματα!

Τη μυρωδιά το ρακιτζό που ξέχυνε, τα «στρόφιλα»,

η αιθάλη του μπυρνά, των πλατανιών τα φύλλα...

Φιλότι, είπα ευθύς, θαρρώ πως σ’ ερωτεύομαι,

ταχιά να δω τα μάτια σου με την αυγή ορέγομαι!

Και το πρωί σαν κοίταζα κλεφτά απ’ το παραθύρι,

θωρώντας σε εθάρρησα πώς ξαφνικά εμέθυσα,

την ομορφιά σου πίνοντας κατάπια ξεροσφύρι!

Κατάφυτη ως πάνω και πράσινη η πλαγιά.

Παντού βασίλευε η γαλήνη, η απανεμιά.

Δυο κυπαρίσσια στέκονταν μ’ ευθυτενή τα κλώνια

κι ο Ζας που χτενιζότανε με ηλιαχτίδων χτένια!

Δεν είχα νου, υπομονή να κρατηθώ στο σπίτι,

να γίνει θάμα ήθελα του πόθου το ξενύχτι.

Μες στα στενά σου θέλησα, διαβάτης να βρεθώ,

και στα ψηλά τα δώματα κισσός να αφεθώ...

Να δω και να χαρώ του Αϊ Γιάννη την κορφή,

πεζή τη φύση να διαβώ ίσαμε Κοξακή.

Να πω, πως πόθησα, απ’ του Καλάμου το νερό,

και του ξωμάχου ήθελα να νιώσω τον καημό...

Στα σπίτια τα ολολέυκα σε Κλέφαρο, Ραχίδι,

σπουργίτια στήνανε φωλιές σε κάθε κεραμίδι...

Κι ύστερα σαν απόκαμα με την ψυχή γεμάτη,

σαν το πουλί ξαπόστασα στου πλάτανου τη ράχη...

Κι έγινα μέλος σου κι εγώ στις λόντζες συντροφιά σου,

και να μιλώ συνέχεια για σε, για όλα τα καλά σου!

Με σύκα, με ρακόμελο γεμάτα τα τραπέζια,

με κόκκινο, γλυκό κρασί και με αγάπης γλέντια...

Φασκόμηλο μοσχοβολάς και ρίγανη, θυμάρι,

της γης άξια γέννα, της Νάξου είσαι καμάρι!

Με κέφι όταν ξεκινώ για μια συνάντηση μαζί σου,

και κει στου δρόμου την καμπή φαντάζει η μορφή σου,

θαρρώ, έτσι που πάλλευκο σαν όνειρο προβάλλεις,

τις έγνοιες, τους καημούς απ’ τη ψυχή μου βγάνεις!

Με όποιο ρούχο κι αν φοράς, στις κάψες, ή στα χιόνια,

στου Φθινοπώρου τη σιωπή, ή μ’ ανθισμένα κλώνια,

μ’ αρέσεις, Φιλότι! Σ’ αγαπώ, χωριό ευλογημένο.

Έτσι μες στην ψυχή μου σε κρατώ, αιώνια φυλαγμένο!


* στρόφιλα: τα τσάμπουρα από τα πατημένα σταφύλια που παράγεται η στροφυλιά-ρακή

* μπυρνάς: ο πυρήνας της ελιάς σε σκόνη



Λιλή Βασιλάκη Δαφερέρα 🪽

Comments


bottom of page