Το τίκα- τάκα του καιρού

Σαν φυλαχτό της μοίρας μου
στους κόμπους σου οι ευχές μου,
έτσι δημιουργήθηκες να ακούς
τις προσευχές μου.
Μαύρο γιουσούρι οι χάντρες σου
στης μοναξιάς τα βάθη,
στα καφενεία γνώρισες τα πιο
μεγάλα πάθη.
Προεστός της αρχοντιάς
αρνήθηκες να γίνεις,
την φούντα σου την έκοψα
μόρτης να καταντήσεις.
Στο χέρι κύλαγαν μονές οι
άγιες οι ώρες,
καμιά φορά τις σκότωνα
στη ς μοίρας μου τις μπόρες.
Τι κι αν πολλοί φοβήθηκαν
μην χάσουν το μυαλό τους.
αυτό ποτέ δεν πρόδωσε
ούτε τον δάσκαλο του.
Όταν η οθόνη άνοιξε την πόρτα
του διωγμού σου
και μες τα σπίτια έγινες
συλλέκτης του εαυτού σου.
Το Τίκι-τάκα έμεινε ανάμνηση
σε λίγους,
που γίναν νήμα του καιρού
για να μετρούν τους φίλους.
Χρήστος Παναγιωτόπουλος 🌹





Comments