Απρόσμενη αναλαμπή

Άβγαλτα ήτανε παιδιά,
τότε συναντηθήκαν,
σκίρτημα μέσα νοιώσανε,
και μονομιάς δεθήκαν.
Αλλοιώτικη τότε εποχή,
όλα απαγορευμένα,
μα η αγάπη σαν θαρθεί,
χώνεται επιτηδευμένα.
Τα χέρια πιάνουνε σφικτά,
κι αντάμα προχωράνε,
με ζωγραφιά σφραγίζουνε,
τα πρόσωπα γελάνε.
Στα δύο τα κομμάτιασε,
μιά μαύρη καταιγίδα,
και τα παιδιά χαθήκανε,
χάσανε κάθ’ ελπίδα.
Η αγάπη τους σφραγίστηκε,
μ’όμορφες αναμνήσεις,
που κουβαλούνε στη ψυχή,
και φέρνουν συγκινήσεις.
Και τα παιδιά μεγάλωσαν,
κάπου συναντηθήκαν,
μα το διάφραγμα άβατο,
και στο σκοτάδι μπήκαν.
Μιά φωτεινή αναλαμπή,
σπάει το σκοτάδι,
τα χέρια απλώνουν στη ζωή,
ψάχνουν για ένα χάδι.
Δύο φλυτζάνια του καφέ,
το ένα αιωρείται,
χύθηκε έτσι απρόσμενα,
κι απ’ το κάδρο βγήκε.
Δυό ποτήρια για κρασί,
έτοιμα για να πιούνε,
μα κι αυτό χύθηκε,
χωρίς πολλά να πούνε.
Ένα φώς παράξενο,
τις στάχτες ανασκαλίζει,
μα η αγάπη κρύφτηκε,
και την ψυχή ραγίζει.
Αντρούλα Θεοκλή Νικηφόρου 🌹





Comments