top of page

Τα άνθη των ονείρων

Τριγυρίζω στους δρόμους της πόλης.

Βαδίζω αργά, κουρασμένα.

Τα βήματά μου συλλογισμένα.

Σκέψεις πολλές το μυαλό μου κεντρίζουν.

Η ώρα περασμένη.

Κλειστά μαγαζιά, έρημοι δρόμοι...

Μοναξιά με κυκλώνει.

Κάποιες βιτρίνες το βλέμμα μου τραβούν.

Αστράφτουν τα εμπορεύματα

–υποσχέσεις ατέρμονης χαράς.

Κοντοστέκομαι και,

παρότι μας χωρίζει το τζάμι,

ανασαίνω τη μυρωδιά του καινούργιου,

που δεν έχει προλάβει ο χρόνος να φθείρει.

Λίγο πιο κάτω, η ανάταση

δίνει τη θέση της στη θλίψη.

Χώροι κενοί, παρατημένοι, χωρίς ζωή.

Ζέχνουν εγκατάλειψη, χαμένους κόπους.

Μόνο η επιγραφή τους στέκει ακόμη,

σαν να αρνείται στη λήθη να παραδοθεί·

μοναδική υπενθύμιση ότι κάποτε υπήρξε εκεί

το όραμα κάποιου ονειροπόλου.

Θυμάμαι ακόμη το φως που ανέδιδαν,

την ελπίδα που στόλιζε τους τοίχους τους.

Τα γυαλισμένα τους πατώματα σε καλωσόριζαν,

ενώ σε τύλιγε της νέας αρχής η ευωδία.

Αποστρέφω το βλέμμα και ταχύνω το βήμα μου.

Βαριά πέτρα το στήθος μου πλακώνει.

Πάντα με πλήγωναν τα ανεκπλήρωτα όνειρα.

Μα, ακόμα περισσότερο με πλήγωναν

τα όνειρα που εκπληρώνονταν για λίγο

και, ύστερα, χάνονταν·

που πρόσφεραν πρόσκαιρη ευτυχία,

για να σκορπίσουν γύρω τους

–εν τέλει–

την παγερή τους τη διάψευση.

Πώς να πιστέψεις ξανά σε κάτι που ήδη απέτυχε;

Πώς να βαδίσεις πάλι στα ίδια μονοπάτια,

σ’ εκείνα που δύσβατα αποδείχθηκαν,

με αγκάθια και δάκρυα γεμάτα;

Φτάνω στο σπίτι και, μόλις κλείνω πίσω μου την πόρτα,

σκέφτομαι πως τα όνειρα με θυσίες κατακτώνται.

Ενίοτε, συνοδεύονται από πίκρα

και φόβο για το άγνωστο.

Κι αν μαραθούν;

Τη δύναμη έχουν ξανά ν’ ανθίσουν·

αρκεί μονάχα στην αξία τους να πιστέψεις.


Βάσια Δελημήτσου ❣️


Comments


bottom of page