top of page

Πριν από την Πρώτη Αυγή 🪽

Η νύχτα ήταν βαθιά, απλωμένη σαν βελούδινο πέπλο χωρίς άστρα. Στεκόμουν μόνος, σιωπηλός, κάτω από έναν ουρανό που έμοιαζε να ’χει ξεχάσει το φως του. Η ψυχή μου αναζητούσε κάτι, μια απάντηση, ένα σημάδι, μια ανάσα παρουσίας που να μου θυμίσει πως δεν είμαι μόνος. Στεκόμουν στο ύψωμα, με το βλέμμα χαμένο στο κενό, κι ένιωθα μέσα μου έναν κόμπο να τυλίγει τα σωθικά μου, έναν πόνο δίχως όνομα. Μια δίψα με κατέκλυζε∙ όχι του νερού, μα της αλήθειας. Και τότε, εκεί, στο μετέωρο άκρο της νύχτας, ο χρόνος έμοιασε να σταματά.

Δεν υπήρχε πια παρελθόν ούτε μέλλον∙ μόνο ένα απέραντο τώρα, σαν αγκαλιά που χωράει τα πάντα. Στη σιωπή που μ’ έπνιγε, ανάμεσα σε δύο αναπνοές, άκουσα κάτι: έναν ψίθυρο, τόσο αδιόρατο που δεν ήξερα αν γεννιόταν έξω ή μέσα μου. Ήταν απαλή φωνή, σαν ανάσα φωτός:

«Εδώ κατοικώ.»

Ρίγος με διαπέρασε, Και όμως δεν υπήρχε φόβος.

Μονάχα μια γλυκιά οικειότητα, σαν να μιλούσε Εκείνος που με γνώριζε από πάντα.

Και τότε, απαλά, σχεδόν ανεπαίσθητα, η φωνή συνέχισε να μου ψιθυρίζει:

«Πριν ακόμη ξυπνήσει η πρώτη σου σκέψη…

πριν οι ποταμοί χαράξουν τα βουνά,

πριν οι αστέρες ανατείλουν το φως τους…

Εγώ ήμουν εδώ.

Όχι περιμένοντας.

Όχι ζητώντας.

Μα υπάρχοντας.»

«Δεν σε έπλασα για να για να υποκλίνεσαι κάτω από στέμματα.

Σε έπλασα για να αναπνέεις.

Να αγαπάς. Να συμπονάς.

Για να αναγνωρίζεις το θαύμα της ίδιας σου της ζωής.

Για να περπατάς μέσα στο φως,

ανάμεσα στα αστέρια.»


Ένιωσα τα δάκρυα να καίνε τα μάτια μου. Τόσα χρόνια ζητούσα απεγνωσμένα ένα σημάδι, κι όμως ήταν όλα παντού γύρω μου, σε κάθε ανάσα του κόσμου στο γέλιο ενός παιδιού, σε μια σταγόνα βροχής, στη θάλασσα που σμίγει με τον ορίζοντα.. Άκουγα τα λόγια Του σαν άνεμος που διαπερνούσε λυτρωτικά τα φύλλα της καρδιάς μου.

Κοίταξα μακριά.

Στην άκρη της νυχτιάς, στο πρώτο φως της αυγής που άρχισε να στάζει πάνω στις παρυφές των δέντρων. Και τότε Εκείνος, σχεδόν τρυφερά Μου ψιθύρισε ξανά:

«Μου ζητάς συνεχώς σημάδια…

Μα πες μου:

όταν ο ωκεανός στέκει απέραντος

κι αγκαλιάζει τον ουρανό,

όταν μια σταγόνα βροχής τρέμει

στην ανάσα του ανέμου,

όταν το γέλιο ενός παιδιού

αναβλύζει χαρά στην ψυχή σου,

τι είναι όλα αυτά

αν όχι το χέρι Μου;»

Η καρδιά μου άνοιξε σαν ράγισμα στο μάρμαρο που αφήνει το φως να περάσει. Όλα όσα ζητούσα, τα είχα ήδη∙ απλώς τα είχα ξεχάσει.

Και τότε, με μια φωνή που χάιδευε την ψυχή μου, Εκείνος μίλησε ξανά:

«Δεν είμαι η καταιγίδα που φοβάσαι.

Είμαι ο φύλακάς σου στην αστραπή,

η γαλήνη που απλώνεται

στα πέλαγα του κόσμου.

Και ναι… είμαι και στις αμφιβολίες σου.

Ακόμη κι όταν φεύγεις από Μένα,

η σκιά σου αγγίζει τα πόδια Μου.»

Η ανατολή ξεπρόβαλλε αργά, σαν υπόσχεση. Το πρώτο φως άγγιξε το πρόσωπό μου και μ’ έλουσε σαν χάδι. Κι Εκείνος, σαν λόγος αιώνιος, μου ψιθύρισε:

«Κάποτε…

όταν ο χρόνος θα σωπάσει,

όταν ο ήλιος ξεχάσει το όνομά του,

μια μέρα θα θυμηθείς:

ποτέ δεν ήμουν μακριά σου.

Ήμουν ο ψίθυρος μέσα σου,

η φωτιά στα δάκρυά σου,

το άπειρο που χωράει

στο εύθραυστο σχήμα σου.

Ως τότε…

Ανάπνεε έως την τελευταία σου πνοή

Aγάπα μ’ όλη την δύναμη του είναι σου.

Αναγεννήσου απ’ τις στάχτες σου.

Γιατί κάθε θραύσμα

που Μου παραδίδεις

επιστρέφει σε Μένα.

Κι Εγώ…

δεν έχασα ποτέ

ούτε ένα κομμάτι

από εσένα.»

Η φωνή Του έσβηνε σιγά-σιγά, σαν κύμα που χάνεται στην ακτή. Μα τα λόγια Του χαράχτηκαν μέσα μου σαν ανεξίτηλο άστρο. Η πρώτη αυγή γλίστρησε στον ορίζοντα.

Έμεινα εκεί, κάτω από το φως που γεννιόταν, με την καρδιά μου ανοιχτή.

Δεν ήξερα αν είχα ονειρευτεί ή αν είχα ξυπνήσει.

Μα ήξερα πια πως ό,τι κι αν συμβεί, δεν θα είμαι ποτέ ξανά μόνος. Η πρώτη αυγή είχε φτάσει.

Κι εγώ την κουβαλούσα μέσα μου.

Πριν απ’ το πρώτο φως

υπήρχε μια φωνή

χωρίς ήχο

μια ανάσα

πριν απ’ την ανάσα.

Εκεί γεννήθηκα.

Στης σιωπής το άδυτο

ο Θεός άγγιξε

το άμορφο χώμα μου

και φύσηξε Φως.

Κι ακόμη κι αν χαθώ

στις ερημιές της νύχτας,

η μνήμη Του

στάζει μέσα μου αυγή.

Γιατί ο Παράδεισος

δεν είναι τόπος

είναι η στιγμή

που θυμάσαι

πως ποτέ

δεν ήσουν μόνος.



© Μίνα Μπουλέκου 🪽

Συγγραφέας

Comments


bottom of page