top of page

Το μονοπάτι του Αγίου Φανουρίου 🪽

Το μονοπάτι του Αγίου Φανουρίου

Ο ήλιος χαμήλωνε αργά, βάφοντας τον ουρανό με αποχρώσεις πορφυρού και χρυσού. Το φως έπεφτε απαλά στη γαλήνια επιφάνεια της λίμνης, δημιουργώντας αντανακλάσεις σαν χρυσές κλωστές που χάνονταν στα ήρεμα νερά. Ο Στέφανος περπατούσε αργά πάνω στο στενό μονοπάτι από χαλίκι που οδηγούσε στο μικρό εκκλησάκι, χτισμένο στη μικρή νησίδα μέσα στη λίμνη.

Δεξιά κι αριστερά, το νερό απλωνόταν ήρεμο, σαν να κρατούσε την ανάσα του, καθρεφτίζοντας τον ουρανό και τις σκιές των γύρω βουνών που έμοιαζαν να σκύβουν προστατευτικά. Ο αέρας ήταν δροσερός, γεμάτος από το άρωμα της γης και της υγρασίας της λίμνης.

— «Είσαι σίγουρος ότι θέλεις να πας ως εκεί;» ρώτησε η Ελένη, βαδίζοντας λίγο πιο πίσω του. Η φωνή της είχε μια ανεπαίσθητη ανησυχία.

Ο Στέφανος δεν απάντησε αμέσως. Κοίταξε το εκκλησάκι, τη στέγη του που φάνταζε σαν μια κόκκινη πινελιά μέσα στο γκρι της πέτρας και το μπλε του ουρανού. Θυμήθηκε τα παιδικά του βήματα πάνω στο ίδιο μονοπάτι, το χέρι της γιαγιάς του να σφίγγει το δικό του.

— «Το υποσχέθηκα στη γιαγιά…» είπε τελικά, η φωνή του γεμάτη από μνήμες.

Η γιαγιά του έλεγε πως ο Άγιος Φανούριος βοηθούσε όσους είχαν χάσει τον δρόμο τους – όχι μόνο τον πραγματικό δρόμο, αλλά και εκείνον της ψυχής. Ήταν τόπος θαυμάτων, έλεγε, και εκείνος, παιδί τότε, πίστευε σε κάθε της λέξη.

Το μονοπάτι στένεψε λίγο πριν την είσοδο του ναού. Η ξύλινη πόρτα ήταν κλειστή, μα όχι κλειδωμένη. Ο Στέφανος άπλωσε το χέρι του και την έσπρωξε απαλά. Ένα ελαφρύ τρίξιμο ακούστηκε, σαν ψίθυρος του παρελθόντος.

Μέσα, η μυρωδιά του λιβανιού ήταν έντονη. Τα κεριά που έκαιγαν μπροστά στις εικόνες έριχναν τρεμάμενες σκιές στους ξεθωριασμένους τοίχους. Οι Άγιοι κοιτούσαν με βλέμματα σιωπηλά, γεμάτα ιστορίες αιώνων.

— «Πίστευε τόσο πολύ σε αυτά η γιαγιά σου;» ρώτησε η Ελένη, σιγανά.

— «Πίστευε… Και έλεγε πως αν ανάψεις κερί και προσευχηθείς, αυτό που έχασες μπορεί να βρεθεί.»

Ο Στέφανος πλησίασε το εικόνισμα του Αγίου Φανουρίου. Άναψε ένα κερί και το κράτησε για μια στιγμή στο χέρι του, κοιτώντας τη φλόγα του να τρεμοπαίζει. Έκλεισε τα μάτια και ψιθύρισε λόγια που μόνο εκείνος γνώριζε.

Ένας ανεπαίσθητος αέρας διαπέρασε τον χώρο, αναδεύοντας τις φλόγες των κεριών. Η Ελένη ανατρίχιασε.

— «Στέφανε…» είπε διστακτικά. «Ακούστηκε σαν… σαν ψαλμός.»

Ο Στέφανος έμεινε ακίνητος. Κάτι μέσα του ήξερε πως η γιαγιά είχε δίκιο. Αυτό το μέρος ήταν ζωντανό. Ένα κομμάτι του παρελθόντος, μια γέφυρα ανάμεσα στο χθες και το σήμερα, ανάμεσα στο γήινο και το θεϊκό.

Έκλεισε ξανά τα μάτια του για μια στιγμή. Όταν τα άνοιξε, το κερί του έτρεμε ελαφρά, σαν να κρατούσε την απάντηση σε μια ερώτηση που δεν είχε καν προλάβει να διατυπώσει.

— «Τι ευχήθηκες;» ρώτησε η Ελένη.

Ο Στέφανος χαμογέλασε αχνά.

— «Να βρω ξανά την πίστη μου.»

Όταν βγήκαν από το εκκλησάκι, το μονοπάτι έμοιαζε πιο φωτεινό. Και η λίμνη… Η λίμνη δεν καθρέφτιζε πια μόνο τον ουρανό. Καθρέφτιζε κάτι βαθύτερο, κάτι άυλο: τις ψυχές όσων έρχονταν να αναζητήσουν ένα θαύμα.


© Μίνα Μπουλέκου 🌹

Συγγραφέας

Comments


bottom of page