top of page

"Ο πολυέλαιος"


 Έστεκε στητός από την οροφή της εισόδου στο παλιό αρχοντικό.

Δεν έλαμπε πια.

Σκόνη και  χρόνια είχαν γίνει σύντροφοί του.

Τα όμορφα συμμετρικά γυαλάκια δεν μπορούσαν να δείξουν τη διάφανή τους φορεσιά. 

Τριάντα σχεδόν χρόνια από την τελευταία αναλαμπή τους, χαμένα μέσα στις αναμνήσεις και τη λήθη. Ελπίδα τους,  ένα πονετικό χέρι να ανοίξει την πόρτα ξανά και να λάμψουν στο χάδι του ήλιου.

Η ιστορία θα τελείωνε άδοξα, αν κάποιος αετός δε διάλεγε να κατοικήσει σ’ αυτή την ερηπωμένη γωνιά.

Ένας αετός, που περήφανος στάθηκε πάνω στην κεραμόσκεπη οροφή ως ένας Άγγελος Φωτός και ύστερα εισέβαλλε στην είσοδο από ένα σπασμένο τζάμι.

Η σκόνη, τινάχτηκε.

Οι ισχνές ακτίνες του ήλιου, χάιδεψαν τα γυάλινα κορμιά και μια γλυκειά απόχρωση λευκόχρυσου απλώθηκε στο χώρο.

Ο πολυέλαιος είχε ξυπνήσει από το λήθαργο.




      ΚΓΚ.  17-2-20265

 

Comments


bottom of page