top of page

Μια ιστορία Αγάπης


Την είχε αποτυπώσει στη μνήμη του, κουλουριασμένη στο σκαλοπάτι, με το βιβλίο στην ποδιά και το γάτο να χουζουρεύει στα πόδια της.

Θυμόταν καλά το αγγελοκαμωτό πρόσωπο, τη θάλασσα των μαλλιών της και τη λάμψη των ματιών της, που έσταζαν κάτι ανάμεσα στην οργή και τη λαχτάρα, τον έρωτα και το θάνατο.

Με ακρίβεια θυμόταν και το σπίτι.

Ήταν ένα πανέμορφο τρίπατο σπίτι, που ξεχώριζε για την πέτρινη πρόσοψη, τα ολάνοιχτα πορτοπαράθυρα, το πηγάδι στο έμπα του και μια κατάφορτη νερατζιά στη μέση της αυλής.

Στο φράχτη λόγγος το άγιο κλήμα και το γιασεμί, έκρυβαν από το μάτι των περαστικών, τους ανθρώπους και τα μυστικά τους.

Ωστόσο εκείνος κοντοστεκόταν στην αυλόπορτα και προσπαθούσε να τον καταδεχτεί η ματιά της. Εκείνη έκλεινε βιαστικά το βιβλίο, έκλεινε και την πόρτα πίσω της, έκλεινε και το φτερούγισμα για το όμορφο αγόρι στην καρδιά της. Ωστόσο μια μέρα κοντοστάθηκε στην αυλή και έπιασε κουβεντολόι μαζί του, και με τον καιρό τον έμπαζε τα βράδια στα κρυφά στο πίσω μέρος του σπιτιού και εκεί στα σκοτεινά δοκίμαζαν τη γεύση του φιλιού και ορκίζονταν στην αγάπη.

Εκεί στο καταφύγιο της αγκαλιάς του ακουμπούσε σταδιακά όλες τις έγνοιες τους φόβους και τα ανομολόγητα μυστικά της.

Η μάνα μου, του εξομολογήθηκε, αποτρελάθηκε και τριγυρνά στο σπίτι σέρνοντας τις ρόμπες και τη δυστυχία της.

Εντελώς σε παραίτηση, κομπάρσα της ζωής της, με λεηλατημένα τα όνειρα και την ομορφιά της, περιφέρει στους διαδρόμους, σαν νεκρική πομπή, τον έγγαμο βίο της και την ατελέσφορη αγάπη.

Ο πατέρας μου, θύτης και θύμα συνάμα, βαρέθηκε το άδειο βλέμμα της, τις ατέλειωτες σιωπές της, και τα ξαφνικά ξεσπάσματα της

...και σηκώνει αδιάφορα τους ώμους.

Απρόθυμος να αλλάξει και ανήμπορος να διαχειριστεί την κατάσταση, κλείνεται στον εαυτό του και την κλείνει και κείνη ερμητικά στη φυλακή του.

Και εγώ το μοναχοπαίδι τους και η αγάπη σου, εξιλαστήριο θύμα του έγγαμου αλληλοσπαραγμού, ζω σε ένα καθεστώς ανασφάλειας και τρόμου για τα απόνερα του έρωτα και της αγάπης.

Γι αυτό ορκίσου μου σε παρακαλώ, πως θα με πάρεις από τούτο το σπίτι και θα με ταξιδέψεις αγκαλιά στη χώρα της αγάπης..

Και κείνος της ορκιζόταν σε ολα τα αστέρια του ουρανού, αλλά δεν μπόρεσε να υλοποιήσει τον όρκο,γιατι εντελώς ξαφνικά και απροειδοποίητα, μια μέρα βρήκε το σπίτι σφαλιστό και την αυλόπορτα δικπλοκλειδωμένη.

Για μήνες, περιφερόταν στην πόρτα της και έβλεπε τον κισσό να θεριεύει στο φράχτη, το φυλλομάνι να αλωνίζει στην αυλή και τη σιωπή να σεριανάει στον κήπο.. Μετά το πήρε απόφαση και δεν ξαναπάτησε.

Είκοσι χρόνια αργότερα σε ένα καψόνι της μοίρας, διασταυρώθηκαν ξανά οι δρόμοι τους και κείνη ένιωσε το ίδιο καρδιοχτύπι, και την ίδια λαχτάρα να αποτελειώσει εκείνο το φιλί που είχε αφήσει μετέωρο στη μέση.

Νεραιδούλα μου, την πρόλαβε εκείνος, νεραιδούλα της νιότης μου σε ξαναβρίσκω, να τριγυρνάς στα μέρη της αγάπης μας, και την έκλεισε στην αγκαλιά του. __Μήπως ειναι αργά για αγάπες;

αναρωτήθηκε εκείνη

Σάμπως τί είναι αγάπη;

Την καθησύχασε...

Μια αγκαλιά στη λιακάδα, μια συντροφιά στον περίπατο της ζωής, ένα παρεάκι στον πρωινό καφέ και ένας ώμος να ακουμπάς τις έγνοιες σου τα βράδια.

Τόσο απλή στο καθημερινό της φόρεμα, τόσο όμορφη στο παραμύθι της.




Λιάνα Πουρνάρα 🌹

Comments


bottom of page