top of page

Στο Εκκρεμές του Χρόνου

Η παλιά ξύλινη καρέκλα

έτριξε καθώς ο Ορέστης

κάθισε βαριά, αφήνοντας πίσω του, έναν βαθύ αναστεναγμό να ξεφύγει από τα χείλη του.

Το δωμάτιο του είχε λιγοστό φως.

Ο ήλιος έγερνε προς τη δύση, βάφοντας τους τοίχους με χρυσαφένιες και κεχριμπαρένιες ανταύγειες, σαν να ήθελε να κρατήσει λίγο ακόμα απ’ το

φως της μέρας.

Στον τοίχο, το μοναδικό

ρολόι –μια αρχαία κληρονομιά από τον παππού του,

μετρούσε τον χρόνο με ένα αργό, σχεδόν βασανιστικό τικ-τακ.

Η Μαργαρίτα, καθισμένη απέναντί του, στράφηκε προς το

εκκρεμές που ταλαντευόταν ασταμάτητα, σαν να χώριζε το παρελθόν από το παρόν.

Στο βλέμμα της, δεν υπήρχε ανυπομονησία ούτε αγωνία,

μόνο η υπομονή εκείνου που περιμένει την καρδιά του

άλλου να συγχρονιστεί με τη δική του.

— Στέκεσαι εκεί, Ορέστη,

ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα.

Τι περιμένεις;

Ο Ορέστης χαμογέλασε αμήχανα, το βλέμμα του έδειχνε θολό, το μυαλό του ταξίδευε σε ένα σωρό αναμνήσεις.

— Δεν ξέρω…

Ίσως να σταματήσει το εκκρεμές, να παγώσει ο χρόνος, να μπορέσω να διαλέξω.

Η φωνή του ήταν βαριά και φορτωμένη με μια θλίψη που η Μαργαρίτα γνώριζε καλά.

— Ο χρόνος δεν περιμένει κανέναν, αγαπημένε μου.

Ό,τι χάθηκε στο χθες, δεν θα το φέρει πίσω το αύριο.

Ο Ορέστης έσκυψε ελαφρά, τα δάχτυλά του χάιδεψαν μηχανικά το ξύλινο μπράτσο της καρέκλας.

Στο παλιό ράφι, η φωτογραφία τους από εκείνο το καλοκαίρι στη Σίφνο φαινόταν αμυδρά σ’ ένα αχνό ημίφως. Η θάλασσα γυάλιζε κάτω από τον ήλιο, και οι δυο τους γελούσαν ανέμελα, μισοκρυμμένοι πίσω από ένα τεράστιο κύμα που

έσκαγε στην ακτή.

— Θυμάσαι; της είπε απαλά.

Η Μαργαρίτα έγειρε το κεφάλι της, ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στις άκρες των χειλιών της.

— Θυμάμαι τα πάντα.!

Τα μάτια της έλαμψαν, σαν να ξαναζούσε εκείνη τη στιγμή.

— Θυμάμαι τον τρόπο που με κοίταζες τα πρωινά, πριν ακόμα ξυπνήσω. Τις Κυριακές που χουχουλιάζαμε στο κρεβάτι με μια κούπα καφέ.

Τη βροχή που μας βρήκε στο πάρκο και γελούσαμε σαν παιδιά, χορεύοντας με τις σταγόνες να πέφτουν πάνω μας.

Ο Ορέστης έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια του.

Ένιωσε σχεδόν την υγρασία εκείνης της βροχής στο δέρμα του, άκουσε το γέλιο της, να σμίγει με τον ήχο απ’ τις σταγόνες της βροχής, είδε το φως της να λαμπυρίζει στα μάτια του.

— Περάσαμε όμορφα, Μαργαρίτα…

— Περνάμε όμορφα, Ορέστη.

Είμαστε ακόμα εδώ.

Το εκκρεμές εξακολουθούσε να αιωρείται, αλλά τώρα δεν έμοιαζε τόσο απειλητικό.

Δεν χώριζε πια το παρελθόν από το παρόν, αλλά τα ένωνε, σαν μια γέφυρα που τον οδηγούσε από τις αναμνήσεις στις στιγμές που είχαν ακόμα να ζήσουν.

Ο Ορέστης την κοίταξε μέσα στα μάτια.

— Δεν θέλω να ζω στο χθες.

Θέλω να είμαι εδώ, μαζί σου, στο σήμερα που ξημερώνει.

Η Μαργαρίτα άγγιξε το χέρι του τρυφερά.

— Τότε ας αφήσουμε το εκκρεμές να συνεχίσει τον δρόμο του.

Και ας συνεχίσουμε κι εμείς τον δικό μας.

Ένα αεράκι πέρασε από το ανοιχτό παράθυρο, ανασηκώνοντας απαλά τις κουρτίνες.

Στον κήπο τους μοσχοβολούσαν τα γιασεμιά, όπως κάθε άνοιξη.

Το δωμάτιο τους, γέμισε με την υπόσχεση μιας νέας αρχής.

Ο χρόνος δεν είχε σταματήσει, αλλά αυτό δεν είχε καμία σημασία πια.

Για πρώτη φορά μετά από καιρό, ο Ορέστης δεν φοβόταν πια το τικ-τακ του ρολογιού.

Έσφιξε το χέρι της στο δικό του και σηκώθηκαν μαζί.

Ήταν έτοιμοι να προχωρήσουν, πιο γεμάτοι, πιο έμπειροι, πιο δυνατοί από ποτέ.

Το εκκρεμές συνέχισε να ταλαντεύεται, αλλά τώρα δεν ήταν ένα απειλητικό βάρος.

Ήταν ένας ατέλειωτος ρυθμός.

Ήταν η Ζωή τους.

Κάθε τέλος είναι μια Νέα Αρχή!




© Μίνα Μπουλέκου

Συγγραφέας-Ποιήτρια

Comments


bottom of page