top of page

"Μην ξεχάσεις τον Παναγή"

 

Η Στέλλα και ο Λεωνίδας ήταν φίλοι από τότε που είχαν αποφασίσει, στην πρώτη γυμνασίου δηλαδή, ότι κανείς τους δεν άξιζε να διαβάζει μαθηματικά μόνος του.

Έκτοτε, συνέχισαν να μην κάνουν τίποτα μόνοι τους· από τα μεγάλα, υπαρξιακά ζητήματα μέχρι το να παραγγείλουν σουβλάκια.

Έμοιαζαν να είναι συντονισμένοι με απόλυτη ταύτιση στις ιδέες και με ακρίβεια στις πράξεις τους.

Το πρωί εκείνης της Κυριακής, η Στέλλα χτύπησε το κουδούνι του Λεωνίδα για να του φέρει κάτι πολύ σημαντικό.

Αυτό το κάτι αποδείχθηκε ότι ήταν ένας πλαστικός κάκτος που είχε βρει σε προσφορά και της θύμιζε εκείνον· «γιατί κι εσύ δεν χρειάζεσαι ποτέ πότισμα, μόνο καφέ» του είπε δίνοντάς του τη γλάστρα.

Ο Λεωνίδας την κοίταξε με την κλασική του έκφραση σα να της έλεγε ότι προσπαθούσε να την καταλάβει αλλά ότι δεν ήπιε ακόμα τον πρωινό καφέ του.

Πήρε τον κάκτο και τον ακούμπησε στο ράφι της βιβλιοθήκης, όπου είχε τοποθετημένα όλα τα μικροδωράκια της Στέλλας, που του χάρισε όλα τα χρόνια της φιλίας τους. Ανακοίνωσε ότι θα τον ονόμαζε «Παναγή».

Αφού ετοιμάστηκε στα γρήγορα βγήκαν για καφέ, κι άρχισαν να λένε τα νέα της εβδομάδας.

Η Στέλλα του εξομολογήθηκε πως είχε προσπαθήσει να μάθει γιόγκα από το YouTube, αλλά στην πρώτη άσκηση μπλέχτηκαν τα πόδια της και, όπως είπε ο Λεωνίδας, «απείλησες σοβαρά τη σταθερότητα του πατώματος».

Αμέσως του ανταπέδωσε λέγοντας ότι εκείνος είχε ξεχάσει τα κλειδιά του στο αυτοκίνητο με αποτέλεσμα ο ίδιος να μείνει απ’ έξω κι ο σκύλος του να τον κοιτάζει από το παράθυρο με ένα βλέμμα σα να του έλεγε «έχω απογοητευτεί βαθιά».

Στην επιστροφή, όπως πάντα, σταμάτησαν μπροστά στη βιτρίνα ενός ζαχαροπλαστείου. Ο Λεωνίδας είπε πως θα ξεκινούσε δίαιτα τη Δευτέρα.

Η Στέλλα συμφώνησε απολύτως και αγόρασαν από ένα κομμάτι μιλφέιγ «προληπτικά, πριν αρχίσει η δίαιτα και τους στερήσει τη χαρά της ζωής».

Έξω από το σπίτι της, τον αγκάλιασε μια στιγμή παραπάνω, όχι από συγκίνηση, αλλά επειδή αυτή τη φορά είχε ξεχάσει και η ίδια τα κλειδιά της και θα έπρεπε με κάποιον τρόπο να της ανοίξει. 

Της άνοιξε, φυσικά: «Γιατί είμαστε φίλοι», είπε.

Εκείνη απάντησε πως αν συνεχίσει έτσι, στο τέλος θα τον παντρευτεί από ευγνωμοσύνη.

Γέλασαν τόσο, μέχρι που τους κοίταξε κι ο γείτονας από το μπαλκόνι, για να δει τι συνέβη.

Τον χαιρέτησαν και οι δύο κουνώντας του τα χέρια. 

Η μέρα τους έγινε ομορφότερη με όλα αυτά τα μικρά, ασήμαντα, αλλά τρυφερά περιστατικά που μοιράζονταν.

Κι όταν ο Λεωνίδας έφευγε, η Στέλλα του φώναξε:

«Μην ξεχάσεις να ποτίσεις τον Παναγή!»

«Είναι πλαστικός!»

«Γι’ αυτό ακριβώς σε εμπιστεύτηκα μ’ αυτόν», είπε και του έκλεισε την πόρτα.

Και έτσι, μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο σοβαρότητα, εκείνοι είχαν επιλέξει να είναι φίλοι με τον πιο υπέροχα ανώριμο τρόπο.

 

Μαρία Καραθανάση

 

Comments


bottom of page