top of page

ΑΠΟΓΕΥΜΑ

Σε θυμάμαι

να βγαίνεις το

απόγευμα στην αυλή.

Έψαχνες σκιά.

Έψαχνες κάτι να

κοροϊδεύεις.

Τον ήλιο πρώτα.



Ύστερα έδενες του

δέντρου το κοτσύφι

με σχοινί χοντρό.

Για να νιώσεις τον

κόμπο.

Το περνούσες γύρω

από τα φτερά.



Μισούσες τα κλουβιά,

έλεγες.

Μα ο κόμπος σε

περίμενε.

Τα σύρματα σου

θύμιζαν κόκαλα.

Το τεφτέρι σου, τα

φύλαγε

μαζί με τα κάποτε

μαύρα σου μαλλιά.



Τώρα οι άσπρες ακίδες

στο κεφάλι.

Μια ρυτίδα στον λαιμό,

σταυρός δίχως Χριστό.

Στα χείλη, κόκκινο

πεισματάρικο.

Τα στήθη σου κουρασμένα από

χούφτες,

κρατούσαν σιωπή.

Η λεκάνη ακόμη ακμαία.

Περήφανη.


Δεν άκουγες κανέναν.



Η αυλή ήταν όλη σου η

νιότη,

κρεμασμένη να

στεγνώσει.

Δεν στέγνωσε.

Τα σύνεφφα χαμήλωναν στα βλέφαρά σου.

Τα τραβούσες με το

τσιμπιδάκι της μητρός

σου.

Έσπαγαν.

Γίνονταν βαμβάκι.

Έμπαιναν πιο βαθιά.



Δεν είχες χρόνο. Το

ήξερες.

Ο μελένιος νους σου

δούλευε ακόμη.

Το τάλαντο σε πυρετό.

Το κοτσύφι σε χάλαγε.

Μια νύχτα το έλυσες.

Γύρισε.

Από ανάγκη.



Μισούσες που γύριζε.

Του άρεσε που

έσφιγγες.


Έφτιαχνες τον κόμπο

αργά.

Σαν να βλαστημούσες

σε προσευχή.

«Φύγε», του είπες μια φορά.

«Μου θυμίζεις τη λευτεριά διάβολε».



Δεν έφυγε...



Το έσφαξες χωρίς

φωνή.

Το αίμα ζέστανε τα

χέρια σου.

Τα σύνεφφα έγιναν

πανί.

Το μάζεψες

προσεκτικά.



Από τότε κελαηδά

μέσα στα μάτια σου.

Όχι έξω!

Μέσα.


Το τάλαντο αγρίεψε.

Τα στήθη σου το ακούν.

Η λεκάνη σου

ετοιμόγεννη•

βαραίνει.



Ο θάνατος δεν γελά•

αναμένει.


Βασίλης Πασιπουλαρίδης 🌹

Comments


bottom of page