Η Ώρα των Ψυχών

Αυτό δεν το περίμενα,
ούτε το επεδίωξα
Δεν πίστευα πως υπήρχε,
κάτι τόσο δυνατό,
κάτι που κανείς
δεν μπορεί να φανταστεί,
ούτε να θεραπεύσει
Ήρθε σαν κύμα,
σιγά,
και χάραξε το γέλιο σου
μέσα στην καρδιά μου
Στην καρδιά της Άνοιξης,
ένα μπουμπούκι
που άνθιζε
κάθε φορά που σε κοιτούσα
Το γλυκό σου πρόσωπο
χάραζε τη νύχτα
κι έμενε στα όνειρα
που έντυναν τη σιωπή
Λουλούδι στα γαλάζια νερά,
σαν το χνούδι
στις οπώρες,
σαν χάδι
που δεν ήθελα
να ξυπνήσει
Κι αν κρύφτηκαν
η γη και ο παράδεισος,
δεν υπήρξε
μεγαλύτερη ευτυχία για μένα
από μια μέρα
πλάι σου
Μια μέρα μονάχα,
κι όμως,
ολόκληρη ζωή
Σαν τα πουλιά
πετούσαμε στον χωματόδρομο,
κι εκείνος μας έτρεφε
με σκόνη και όνειρα
Το βελούδο του ήλιου,
ολοτρέμουλο,
ακουμπούσε πάνω μας
σαν ευλογία
Τώρα,
ξεσπά ο πόνος
μες στο σκοτάδι
Δάκρυα βροχής
που πρέπει να πέσουν,
σαν να ξέρει ο ουρανός
όσα δεν μπορώ
να πω
Τα δέντρα λυπημένα
γέρνουν,
γέρνουν και οι σκιές τους
σαν να προσκυνούν
τη νύχτα
Ανήσυχη και η θάλασσα,
ανήσυχη,
σκεπάζει τα μικρά της,
τα προβατάκια της,
από τη λαίλαπα
και τις αστραπές της νύχτας
Κι εγώ,
μέσα στη σιωπή,
σε ψάχνω
εκεί όπου η θάλασσα
κρατά ακόμη
τη φωνή σου
Τα σπίτια σιωπηρά,
τα παράθυρα κλειστά,
κι ο άνεμος
περνά από τις αυλές
σαν ξένος
Είναι η ώρα
που περνούν οι ψυχές,
η ώρα
που όλα κρύβονται,
η ώρα
που η καρδιά
θυμάται
Κι αν κάποτε
η νύχτα ανοίξει,
κι αν ξαναγυρίσει
εκείνο το φως,
θα σε περιμένω
εκεί,
στην άκρη
του ονείρου
Γιατί υπάρχουν στιγμές
που δεν πεθαίνουν,
μόνο σωπαίνουν
μέχρι να ξαναβρούν
τον δρόμο τους
Κι αυτή,
είναι η ώρα των ψυχών
©Αντώνης Περδικάρης





Comments