top of page

Η συγκατοίκηση...

Οι σχέσεις των ανθρώπων οδεύουν διάτρητες, σαν κουμπότρυπες πολυφορεμένου πανωφοριού και σε κάθε γωνιά καραδοκούν ανατροπές, και ενεδρεύουν παγίδες και αντιφάσεις.

Έτσι πολυκαιρισμένα χαμόγελα και αγκαλιές, μετατρέπονται σε φυλακή με επίχρυσα κάγκελα και σου κόβουν την ανάσα.

Αρκεί μια στραβοτιμονιά, να ταράξει τις ισορροπίες και στον ανέφελο ουρανό της ρουτινιάρικης καθημερινότητας, να ξεσπάσει καταιγίδα.

Στην αρένα της ζωής λοιπόν κονταροχτυπιούνται οι πιο ιερές συγγένειες και οι πιο μεγάλες αγάπες.

Οι ήρωες της ιστορίας μου ήταν ένα νιόπαντρο ζευγάρι, με τις δουλειές τους, το γουστόζικο δυάρι τους στο Παγκράτι, την απλή τους καθημερινότητα, τα νιάτα τους και κυρίως την αγάπη τους με Άλφα κεφαλαίο.

Είχαν ακόμα τους φίλους τους, τα καφεδάκια τους στους Αέρηδες και τα ξενύχτια τους τα Σαββατόβραδα, από σπίτι σε σπίτι με πίτσες και μπύρες.

Είχαν σε χρόνο παρελθοντικό μέχρι, που ενας αναμενόμενος θάνατος και μια μη αναμενόμενη μετακόμιση της χήρας πεθεράς στο σπιτικό τους, γκρέμισε τις ισορροπίες και αναστάτωσε τις ζωές τους.

Δεκαπενταύγουστος ήταν, και έβραζε το δυάρι, και ολάκερη η Αθήνα, όταν αμέσως μετά τα σαράντα του μακαρίτη, μπούκαρε κυριολεκτικά η πεθερά στο σπιτικό τους, με ενα σκασμό μπαγκάζια, δυο γατιά και δυο βαλίτσες πένθος.

Με το καλωσόρισμα, τίγκαρε το σαλόνι απο διπλοπαρκαρισμένες αποσκευές, γατιά καπέλα και ρόμπες και το δυάρι στένεψε πολύ και σου έκοβε την ανάσα.

Η τηλεόραση κλειστή λόγω πένθους, ο καναπές έγινε κρεβάτι υπό κατοχή, η κουζίνα σε αναβρασμό, ο απορροφητήρας στο φουλ, ενώ σάλτσες, λαχανικά μυρωδικά και τσελεμεντέδες, στριμώχνονταν πάνω στον πάγκο και στη μέση του χάους η πεθερά και μαμά να μαγειροκοπά για ένα λόχο, να αλατίζει να πιπερώνει να δοκιμάζει και να εκτονώνει το πένθος της στα τετζερέδια. Ταυτόχρονα μιλούσε στο τηλέφωνο, με αυτήκοο μάρτυρα όλο το στενό, εκθείαζε τις χάρες του μακαρίτη, και σιχτίριζε την τύχη της, που την έριξε στην ποντικότρυπα της Αθήνας.

Και έτσι η μέρα έφερνε αλλη μέρα, ο μήνας άλλο μήνα και ο χρόνος άλλο χρόνο, το πένθος χρόνισε

και ξεθύμανε και για φευγιό ούτε λόγος.


Εκείνη ρίζωσε για τα καλά στο σπίτι και τις ζωές τους, και κείνοι ξέχασαν το κουβεντολόι, τα γέλια, τα πειράγματα και τις αγκαλιές, κρέμασαν στο καρφί τα όνειρα και τις χαρές,

και άρχισαν να βουλιάζουν στο έλος μιας κακοδιάθετης βαρεμάρας.

Και τότε εντελώς ξαφνικά, ένα πόντο πριν τον πάτο, σαν ναυαγοί που διεκδικούν την τελευταία τους ανάσα έφυγαν για τη δουλειά και δεν ξαναγύρισαν πίσω.

Αφού ανασύνταξαν τις δυνάμεις τους και γιόρτασαν με φίλους πίτσες και μπύρες το νέο τους σπίτι, τηλεφώνησαν στη μαμά, και της δήλωσαν τη λήξη της

συγκατοίκησης με υστερόγραφο την αγάπη τους...



Λιάνα Πουρνάρα 🧡

bottom of page