Η ζωή που δεν ζήσαμε 🌹

Τον γνώρισε ένα απόγευμα του Οκτώβρη, σ’ ένα μικρό καφέ κοντά στη θάλασσα.
Η βροχή είχε αρχίσει απότομα. Μπήκε μέσα βιαστικά, κρατώντας την τσάντα πάνω απ’ το κεφάλι της, περισσότερο από συνήθεια παρά από χρησιμότητα.
«Έχεις γίνει μούσκεμα», της είπε ο σερβιτόρος.
«Το παρατήρησα.»
Κοίταξε γύρω της. Όλα τα τραπέζια ήταν πιασμένα εκτός από ένα, δίπλα στο παράθυρο.
Κάθισε.
Άφησε το παλτό στην πλάτη της καρέκλας, είδε έξω τον γκρίζο ουρανό και αναστέναξε. Άνοιξε το βιβλίο που είχε μέσα στην τσάντα της.
«Συγγνώμη.»
Σήκωσε τα μάτια.
Ένας άντρας στεκόταν δίπλα στο τραπέζι της, κρατώντας έναν καφέ.
«Αυτή η καρέκλα είναι ελεύθερη;»
Κοίταξε την άδεια καρέκλα απέναντί της.
«Ναι.»
«Να καθίσω μέχρι να σταματήσει η βροχή;»
«Αν δεν ροχαλίζεις.» Γέλασε.
«Δεν μπορώ να υποσχεθώ τίποτα.» Χαμογέλασε πλατιά και μια όμορφη οδοντοστοιχία φάνηκε.
Κάθισε. Για λίγα λεπτά δεν μίλησαν.
Εκείνη γύρισε στη σελίδα της. Εκείνος ήπιε μια γουλιά καφέ.
«Το διαβάζεις;» τη ρώτησε.
«Όχι.»
«Μάλιστα.»
«Το κρατάω ανοιχτό για διακόσμηση.»
«Καλή ιδέα. Κι εγώ αυτό κάνω με τη δουλειά μου.»
Τον κοίταξε πάνω από το βιβλίο. Της χαμογέλασε.
Εκείνη δεν γέλασε δυνατά. Μόνο λίγο της βγήκε το φυσικό της γέλιο.
Άρχισαν να μιλάνε για πολλά και διάφορα έτσι από το πουθενά. Οι κουβέντες έρχονταν εύθυμα και ο διάλογος ήταν πολύ εύκολος μεταξύ τους.
Την επόμενη εβδομάδα τον είδε ξανά. Εκείνη καθόταν στο ίδιο τραπέζι.
«Α, εσύ», είπε και του χαμογέλασε.
«Εγώ.»
«Σταμάτησε η βροχή τελικά;»
«Δεν θυμάμαι!» Της χαμογέλασε πλατιά και τράβηξε την καρέκλα και κάθησε απέναντί της.
«Μάνος! Πότε δεν συστηθήκαμε!»
«Ελπίδα! Εχεις δίκαιο!»
Γέλασαν και οι δυο αυθεντικά και αυθόρμητα.
Από εκείνη τη μέρα άρχισαν να βρίσκονται συχνά.
Στην αρχή κατά τύχη. Ύστερα αντάλλαξαν τηλέφωνα και έστελναν μηνύματα. Μετά χωρίς μηνύματα.
Εκείνη ερχόταν πρώτη και άφηνε την τσάντα στην καρέκλα δίπλα της. Του κρατούσε τη θέση!
Εκείνος έφτανε δέκα λεπτά αργότερα.
«Πάλι με περίμενες;»
«Πάλι άργησες.»
«Άρα με περίμενες.»
«Μην ενθουσιάζεσαι.»
Μια μέρα ήρθε χωρίς να έχει παραγγείλει.
Ο σερβιτόρος άφησε μπροστά του έναν σκέτο καφέ.
«Δεν είπα τι θέλω.»
«Το ξέρουμε πια», είπε εκείνη.
Την κοίταξε.
«Εσύ τον παρήγγειλες;»
«Όχι.»
«Τότε;»
«Είπε ότι έχεις πάντα τον ίδιο.»
Πήρε το φλιτζάνι.
«Εσύ;»
«Τι εγώ;»
«Τι πίνεις πάντα;»
«Δεν θα σου πω.»
«Γιατί;»
«Για να έχεις κάτι ακόμα να μάθεις.»
Κάποιο βράδυ της έστειλε μήνυμα στις δύο παρά δέκα τα ξημερώματα.
«Κοιμάσαι;»
Εκείνη απάντησε σχεδόν αμέσως.
«Όχι.»
«Τότε έλα να πάμε μια βόλτα.»
«Τώρα;»
«Τώρα!»
Τον βρήκε κάτω από το σπίτι της.
«Πού πάμε;»
«Δεν ξέρω.»
«Τέλεια.»
Περπάτησαν μέχρι τη θάλασσα. Τα μαγαζιά είχαν κλείσει. Μόνο τα φώτα του δρόμου έπεφταν πάνω στο πεζοδρόμιο.
Κάποια στιγμή εκείνος έβγαλε το μπουφάν του.
«Πάρε.»
«Δεν κρυώνω.»
«Τρέμεις.»
«Δεν τρέμω.»
«Τα δόντια σου διαφωνούν.»
Της το φόρεσε στους ώμους χωρίς να περιμένει απάντηση. Εκείνη δεν το έβγαλε.
Περπάτησαν λίγο ακόμα.
«Να σε ρωτήσω κάτι;»
«Ρώτα.»
«Εμείς τι είμαστε;»
Εκείνη σταμάτησε.
«Δεν ξέρω.»
«Ούτε εγώ.»
«Ωραία.»
«Ωραία;»
«Τουλάχιστον συμφωνούμε σε κάτι.»
Γέλασε.
Εκείνος έμεινε να την κοιτάζει.
Για μια στιγμή δεν υπήρχε τίποτα άλλο γύρω τους.
«Πάμε;»
«Πάμε.»
Και οι μέρες τους κυλούσαν έτσι, ήρεμες, τόσο, όσο τους επέτρεπε ο χρόνος αλλά με καθημερινό τον απογευματινό καφέ τους!
Ένα βράδυ, μήνες αργότερα, την άφησε έξω από το σπίτι της.
Έσβησε τη μηχανή. Εκείνη έβγαλε τη ζώνη.
«Καληνύχτα.»
«Καληνύχτα.»
Άνοιξε την πόρτα, αλλά δεν κατέβηκε.
Εκείνος την κοίταξε.
«Τι έγινε;»
«Τίποτα.»
«Εντάξει.»
Έμειναν έτσι. Το ρολόι στο ταμπλό έδειχνε 00:47.
Εκείνη κοίταξε τα χέρια του πάνω στο τιμόνι.
Μετά το πρόσωπο του. Εκείνος έσκυψε ελάχιστα προς το μέρος της. Εκείνη δεν απομακρύνθηκε.
Το κινητό του χτύπησε.
Και οι δύο τινάχτηκαν σχεδόν ταυτόχρονα.
Εκείνος κοίταξε την οθόνη.
«Πρέπει να φύγω σε λίγες μέρες.»
«Πού;»
«Μου είπαν πριν λίγο. Με στέλνουν για δουλειά.»
«Για πόσο;»
«Δεν ξέρω.»
Έκανε μια μικρή παύση.
«Θα γυρίσω.»
Εκείνη έγνεψε.
«Εντάξει.»
Κατέβηκε από το αυτοκίνητο και έκλεισε πίσω της δύσκολα την πόρτα. Ήθελε τόσο να την ανοίξει ξανά και να τον φιλήσει.
Πριν μπει στην πολυκατοικία, γύρισε. Εκείνος ήταν ακόμα εκεί. Της σήκωσε το χέρι. Εκείνη του χαμογέλασε.
Κανείς από τους δύο δεν είπε ή έκανε τίποτα άλλο.
⸻
Η αναχώρηση του έγινε λίγες μέρες αργότερα, σε ένα περίεργο κλίμα.
«Θα τα λέμε εε»
«Εε ναι!»
Στην αρχή μιλούσαν κάθε μέρα. Φωτογραφίες από δρόμους.
«Κοίτα τι βρήκα και σε σκέφτηκα!»
«Πού είσαι;»
«Μόλις έφτασα. Εσύ;»
«Έφαγες;»
«Όχι ακόμα!»
«Φάε.»
«Μου λείπει ο καφές σου.»
«Ο καφές μου;»
«Εντάξει. Εσύ.»
«Καλύτερα.»
Ύστερα οι μέρες έγιναν δύο. Μετά τέσσερις. Μετά μια εβδομάδα.
Εκείνη κάποια στιγμή άρχισε να βγαίνει με κάποιον. Δεν του το είπε αμέσως.
Όταν το έμαθε, της έστειλε:
«Χαίρομαι για σένα.»
Διάβασε το μήνυμα του τρεις φορές.
Έγραψε:
«Κι εγώ για σένα.» Δεν ήξερε αν το εννοούσε.
Δεν ρώτησε. Ούτε εκείνος.
⸻
Τα χρόνια πέρασαν, άλλαξε και εκείνη πόλη λόγω υποχρεώσεων. Ένα απόγευμα βρέθηκε ξανά στην ίδια πόλη που γνωριστήκανε.
Δεν είχε λόγο να πάει στο καφέ. Παρ’ όλα αυτά, βρέθηκε απέξω. Στάθηκε για λίγο στην είσοδο.
Το χρώμα της πόρτας είχε αλλάξει.
Μπήκε και κάθισε στο τραπέζι δίπλα στο παράθυρο. Ο σερβιτόρος πλησίασε.
«Τι θα πάρετε;»
«Έναν καφέ.»
«Ζάχαρη;»
«Όχι.»
Κοίταξε την άδεια καρέκλα απέναντί της.
Για μια στιγμή σχεδόν περίμενε να τον ακούσει.
«Αυτή η καρέκλα είναι ελεύθερη;»
Χαμογέλασε μόνη της. Έβγαλε το κινητό και άνοιξε τις επαφές της. Το όνομά του ήταν ακόμα εκεί. Το πάτησε.
Η φωτογραφία του είχε αλλάξει. Υπήρχε μια γυναίκα δίπλα του…και ένα παιδί. Μια παραλία και ένα σπίτι με κήπο.
Έκλεισε την οθόνη.
Ο καφές της είχε αρχίσει να κρυώνει. Τον ήπιε μέχρι την τελευταία γουλιά.
Βγήκε έξω και περπάτησε προς τη θάλασσα.
Στο σημείο όπου κάποτε είχαν περπατήσει μέσα στη νύχτα, υπήρχε τώρα ένα καινούργιο παγκάκι.
Κάθισε. Ένα ζευγάρι πέρασε μπροστά της κρατώντας τα χέρια. Κοίταξε για λίγο τα χέρια τους και μετά τη θάλασσα.
Θυμήθηκε το αυτοκίνητο. Το ταμπλό έδειχνε 00:47.
Την πόρτα που είχε ανοίξει και το τηλέφωνο του που χτύπησε.
Το «θα γυρίσω»…
Και ξαφνικά σκέφτηκε πόσο λίγο χρειαζόταν τότε για να είχε αλλάξει η συνέχεια. Μια λέξη. Ένα φιλί. Ένα «μείνε». Ένα «να έρθω μαζί σου;»
Κανείς δεν είπε τίποτα. Και τώρα είχαν περάσει χρόνια.
Έβγαλε το κινητό από την τσάντα.
Άνοιξε τα μηνύματα.
Έγραψε: «Είσαι καλά;»
Το κοίταξε. Το διέγραψε.
Έγραψε:
«Σε θυμήθηκα σήμερα. Βρέθηκα μπροστά από το καφέ που γνωριστήκαμε.»
Το διέγραψε κι αυτό. Κλείδωσε το κινητό.
Σηκώθηκε και άρχισε να περπατά. Στη γωνία σταμάτησε για λίγο και κοίταξε πίσω προς τη θάλασσα.
Δεν ήθελε να γυρίσει. Ήθελε μόνο να ξέρει.
Όχι τι θα γινόταν αν τον είχε φιλήσει εκείνο το βράδυ. Αλλά τι θα γινόταν αν είχαν τολμήσει και οι δύο.
Αν είχαν μείνει. Αν είχαν προσπαθήσει.
Αν είχαν δώσει σ’ εκείνο το «κάτι» μια ευκαιρία να γίνει κάτι άλλο. Δεν θα το μάθαινε ποτέ.
Και ίσως αυτό ήταν το μόνο κομμάτι της ιστορίας τους που δεν είχε αλλάξει με τα χρόνια.
Εκείνη η μία, μικρή ζωή που έμεινε στη μέση.
Εκείνο το βράδυ που δεν τελείωσε ποτέ πραγματικά. Εκείνο το «αν τότε τον φιλούσα»
Έστριψε στη γωνία βλέποντας την νύχτα να πέφτει σιγά σιγά μπροστά της και συνέχισε να περπατά.
Την ίδια περίπου ώρα, σε μια άλλη πόλη, εκείνος έβαζε το παιδί του για ύπνο.
Έκλεισε το φως και έμεινε για λίγο στην πόρτα.
«Μπαμπά;»
«Ναι;»
«Θα έρθεις αύριο να με πάρεις;»
«Φυσικά.»
Έκλεισε την πόρτα αργά.
Πήγε στην κουζίνα, έβαλε νερό στο ποτήρι και στάθηκε μπροστά στο παράθυρο.
Έξω έβρεχε.
Και χωρίς να ξέρει γιατί, θυμήθηκε εκείνη τη νύχτα.
Το αυτοκίνητο, η ώρα στο ταμπλό έδειχνε 00:47.
Εκείνη ήταν ακόμα με το χέρι πάνω στην πόρτα.
Το βλέμμα της. Είχε σκύψει προς το μέρος της. Ήθελε τόσο πολύ να τη φιλήσει. Τόσο λίγο. Μερικά εκατοστά.
Και μετά χτύπησε το τηλέφωνο.
Ποτέ δεν έμαθε αν εκείνη περίμενε να τη φιλήσει.
Κι εκείνη δεν έμαθε ποτέ ότι, εκείνο το βράδυ, το ήθελε · Το ήθελε τόσο πολύ!
Ακούμπησε το ποτήρι στον πάγκο.
Χρόνια μετά, μπορούσε ακόμη να θυμηθεί ακριβώς τη σκέψη που είχε κάνει πριν χτυπήσει το τηλέφωνο.
Αν τη φιλήσω τώρα, τίποτα από αύριο δεν θα είναι ίδιο.
Το τηλέφωνο χτύπησε. Και δεν την φίλησε.
Τώρα, τόσα χρόνια μετά, δεν ήθελε να αλλάξει τη ζωή του. Είχε τη γυναίκα του, το παιδί του, το σπίτι του.
Κι όμως, κάποιες νύχτες, όταν έβρεχε όπως εκείνο το βράδυ, σκεφτόταν για λίγα δευτερόλεπτα την άδεια θέση δίπλα του.
Όχι με λύπη· με περιέργεια.
Αν την είχα φιλήσει τότε…
Δεν ολοκλήρωνε ποτέ τη σκέψη του.
Ήξερε ότι κάπου, σε μια άλλη εκδοχή της ζωής του, υπήρχε μια γυναίκα που ίσως να είχε αγαπήσει.
Ίσως εκείνη να ήταν τώρα η γυναίκα που θα κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο.
Ίσως να μην είχαν αντέξει ούτε έναν χρόνο.
Ίσως να είχαν γεμίσει το ίδιο σπίτι με παιδιά, βιβλία, λογαριασμούς και Κυριακάτικους καβγάδες.
Ίσως να είχαν γίνει όλα ή ίσως τίποτα. Δεν θα το μάθαινε.
Μόνο πού και πού, όταν έβρεχε, άφηνε τον εαυτό του να επιστρέψει για λίγα δευτερόλεπτα σ’ εκείνο το αυτοκίνητο, στις 00:47 ακριβώς.
Στο βλέμμα της, στα λίγα εκατοστά που δεν διένυσε και εκείνο το φιλί που δεν της έδωσε ποτέ, και ας το ήθελε τόσο!
Είδε το φεγγάρι που ψεύτο φαινότανε μέσα στη μαύρη νύχτα · έσβησε το φως της κουζίνας και πήγε για ύπνο…
Μαρία Μίτα Νικολάου 🌹





Comments