top of page

Η εξομολόγηση του πονεμένου γονιού

Από μικρός μεγάλωσα σε ορφανοτροφείο,

τους γονείς μου δεν τους γνώρισα,

δεν ένιωσα αγάπη 

ούτε της μάνας μου την αγκαλιά,

το μητρικό της χάδι.


Μες τη καρδιά μου ρίζωσε

μαράζι πικρό μεγάλο,

μέχρι που άντρας  έγινα 

δεν μπόρεσα να βγάλω.

Το κουβαλάω με καημό, πονώ και

τυρανιέμαι, να μη το νιώσει 

ούτ' εχθρός τη μοίρα καταριέμαι.


Η ζωή στο χρόνο προχωράει και

την ακολουθάω κι

όπου θέλει αυτή με πάει

κι

εγώ μαζί της πάω.

Το ριζικό μου έγραφε από

"Τα γεννοφάσκια μου"

άτυχα να ν ' τα χρονάκια μου.


Ήμουνα νιός και 

όμορφος, λιγνός σαν κυπαρίσσι

μες τη καρδιά μου είχα αρετές...

δασσές σαν το μελίσσι.

Ερωτεύτηκα κι αγάπησα

μια κοπελούδα τίμια,

μαζί της επερπάτησα

γαμπρός στην εκκλησία.


Γέλασε το χειλάκι μου

πίστεψα πως θα ζήσω,

κοντά της με οικογένεια

με παιδιά να ευτυχήσω.

Να κλείσω όλες μου τις πληγές

που είχα χαραγμένες

μες της ψυχής τα βαθειά

σαν θυμωνιές δεμένες.


Μου χάρισε ένα άγγελο,

ένα όμορφο βλαστάρι

τον γιό μου Αναστάση.

Τον μεγαλώσαμε μαζί

με περισσή αγάπη,

κι

είχα κρυφό καμάρι.


Ακόμα περισσότερη λατρεία

του 'χα δώσει.... όση εγώ στερήθηκα κι

ακόμα άλλη τόση!

Έβλεπα μες τα μάτια του,

τα όνειρά μου όλα και

πάσχιζα όσο μπορώ,

πιότερα να του δώσω.

Τίποτα να μη στερηθεί.


Προσευχόμουνα κι ευχόμουνα

ο δρόμος του σπαρμένος,

ρόδα και τριαντάφυλλα

να χαίρεται μες τη ζωή,

ποτέ να μη δακρύσει

να τρέχει η ευτυχία του

σαν το νερό στη βρύση.


Τ' ακριβό μοναχοπαίδι μας

το στολίδι του σπιτιού μας

η ανάσα μας το γέλιο μας,

η κόρη του ματιού μας.


Τίμιος και εργατικός γεμάτος καλοσύνη ένα παιδί σαν μάλαμα.

Βοήθαγε, κάθε φτωχό και

άρρωστο στη κλίνη..

Στο άνθος της ηλικίας του

έρωτας τον λαβώνει

μια ομορφονιά αγάπησε

στο σπίτι μας ζυγώνει.


Εμείς την αγκαλιάσαμε

σαν κόρη μας, σαν παιδί μας

αφού την διάλεξε ο υιός μας

τους δώσαμε την ευχή μας.

Τρία χρόνια περάσανε

ήταν ευτυχισμένοι...

Ότι η καρδιά της ήθελε

της το δινε ο καημένος.


Την είχε σαν Βασίλισσα

την κοίταζε στα μάτια κι

αυτή  αχ, η άκαρδη, τον τσάκισε

σαράντα δυό κομμάτια.

Με άλλον πήγε κι έμπλεξε

της φυλακής δεσμότη,

πρόδωσε την αγάπη του

την φλόγα του την πρώτη.


Αχ, η τούρκα τον παράτησε

κι έφυγε με κείνον για να ζήσει.

Δεν πέρασε λίγος καιρός και

τον αναστατώνει...

Μύνημα του στέλνει ...

αγκάθι που ματώνει...

πως  δύσκολα περνάει  

είναι δυστυχισμένη,

για την απερισκεψία της

πικρά μετανιωμένη.


Συγχώρεσέ με,σώσε με,

Τάσο μου αγάπη μου,

κάνε μου αυτή τη χάρη,

θα είμαι τύπος και υπογραμμός

στο πρώτο μας στεφάνι.

Με λαχτάρα εξεκίνησε

να πάει αργά το βράδυ,

χωρίς κακό στη σκέψη του

ο άμοιρος να βάλει.


Την πόρτα της μόλις χτύπησε

πρόβαλε ο δεσμότης

στα στήθια τον σημάδεψε

του ρίχνει τον σκοτώνει.

Όσες δίκες κι αν γεννούν

δεν θα τον φέρουν πίσω

ούτε οι πόνοι τους ποτέ 

τα βάσανα θα σβήσουν.


Τώρα  απόμειναν οι δυό τους

δυό κουφάρια

να κλαίνε,

τον μοναχογιό

στο μνήμα του αντάμα.

Στέρεψε η αγάπη, η χαρά

με πόδια λυγισμένα, 

τα όνειρά τους χάθηκαν 

όλα ειν' γκρεμισμένα.


Κλαίνε μαζί σπαράζουνε

πάνω του απ' τον τάφο

ολημερίς απ' το πρωί 

ως ότουνα νυχτώσει.

Του λεν' να μην ανησυχεί

τρέμει η ψυχή τους 

καρτερεί να συναντηθούν

αιώνια μαζί.




Τριανταφυλλιά Παπανδρέου 🌹

Comments


bottom of page