top of page

Η ελευθερία της ψυχής- Alma Libre

Ο ήλιος χαμήλωνε πίσω από τα κυπαρίσσια, βάφοντας χρυσοκόκκινο το χωριό με τις αχτίδες του.

Στην αυλή, κάτω από την κληματαριά που μοσχοβόλαγε ώριμο σταφύλι, ο παππούς Στέλιος καθόταν στην παλιά ψάθινη καρέκλα του, με ένα βιβλίο ανοιγμένο στα γόνατα, μα τα μάτια του δεν διάβαζαν πια, κοιτούσαν μακριά, εκεί όπου η ψυχή πάει να ξαποστάσει όταν κουράζεται απ’ τα ανθρώπινα.

Το φως περνούσε μέσα από τα φύλλα σαν δάκρυα φωτιάς, κι εκείνος έμοιαζε με κομμάτι του ίδιου του τοπίου , σιωπηλός, βαθύς, αληθινός.

Η Μυρσίνη ήρθε τρέχοντας, με τα μαλλιά της να ανεμίζουν.

Ήταν δεκαεπτά χρονών, ένα σώμα που άνθιζε, μια ψυχή που δεν ήξερε ακόμη αν ανήκει στη γη ή στον ουρανό, γεμάτη όνειρα.

Κάθισε κοντά του και τον κοίταξε με βλέμμα που ζητούσε απαντήσεις πιο βαθιές απ’ τις λέξεις.

Ο παππούς σήκωσε το βλέμμα του και την κοίταξε με εκείνη την γαλήνια νηνεμία που έχει η θάλασσα όταν δεν φυσάει.

Παππού… γιατί λες πάντα πως η ψυχή πρέπει να ’ναι ελεύθερη;

Δεν είμαστε όλοι ελεύθεροι;

Ο παππούς σήκωσε αργά το βλέμμα του, στα μάτια του έλαμπε εκείνη η σιωπηλή σοφία που αποκτά ο άνθρωπος όταν έχει αγαπήσει, όταν έχει πονέσει, όταν έχει συγχωρέσει.

Όχι, παιδί μου, είπε δεν γεννιόμαστε ελεύθεροι.

Μας μαθαίνουν να φοβόμαστε, να μετράμε τα λόγια μας, να σωπαίνουμε ακόμη και όταν δεν πρέπει.

Η ψυχή μας, όμως, θέλει ν’ ανασάνει.

Θέλει να πετάξει εκεί που δεν την περιορίζει κανείς.

Η ψυχή όμως… αχ, η ψυχή!

Ανασαίνει μόνο όταν την αφήσεις να είναι αυτό που είναι

όχι ό,τι περιμένουν οι άλλοι από εμάς.

Η Μυρσίνη άκουγε και τα μάτια της θόλωναν από ένα ακανόνιστο συναίσθημα που δεν ήξερε ακόμα πώς να το ονομάσει.

Και πώς μαθαίνει κανείς να πετάει, παππού; ρώτησε η Μυρσίνη, ακουμπώντας το κεφάλι της στον ώμο του.

Εκείνος χαμογέλασε μ’ ένα χαμόγελο γλυκόπικρο, γεμάτο μνήμες και πληγές μέσα του.

Με το να μην αφήνεις κανέναν να του πει ποιος είναι, Μυρσίνη μου. Ούτε άνθρωπο, ούτε φόβο, ούτε ανάγκη.

Να ζεις Μυρσίνη μου όπως φυσά ο άνεμος χωρίς να ζητάς την άδεια του ουρανού.

Η Μυρσίνη έγνεψε σαν να καταλάβαινε αλλά μέσα της είχε ακόμη πολλά ερωτήματα.

Κι αν πληγωθώ; ψιθύρισε η Μυρσίνη. Αν με κοροϊδέψουν, αν δεν με καταλάβουν;

Ο παππούς έγειρε το κεφάλι του και την κοίταξε με κείνη τη βαθιά γνώση, σαν να ήθελε να της χαρίσει την καρδιά του μέσα σε μια μόνο φράση.

Να χαρείς τότε, κορίτσι μου.

Γιατί όποιος ζει ελεύθερα, πληγώνεται.

Μα η πληγή είναι η χαραμάδα απ’ όπου μπαίνει το φως.

Μην τη φοβηθείς.

Έκοψε ένα φύλλο απ’ την κληματαριά και της το έδωσε.

Βλέπεις αυτό το φύλλο;

Αν το κρατήσεις σφιχτά, θα μαραθεί στο χέρι σου.

Αν το αφήσεις, θα το πάρει ο αέρας, θα ταξιδέψει.

Έτσι είναι και η ψυχή μας.

Αν τη δέσεις με «πρέπει» και «μη», θα ξεραθεί.

Αν την αφήσεις, θα γίνει άνεμος, φως, προσευχή.

Η Μυρσίνη τον άκουγε χωρίς να μιλά.

Ο ήλιος είχε πια δύσει, και τα τριζόνια τραγουδούσαν σαν να ήξεραν πως εκείνη τη στιγμή γεννιόταν κάτι ιερό μέσα της.

Παππού...ψιθύρισε νομίζω πως τώρα καταλαβαίνω. Δεν είναι πως η ψυχή ζητά να φύγει μακριά, είναι πως ζητά να είναι αληθινή για να μπορέσει να υπάρχει.

Ο Στέλιος της χάιδεψε τα μαλλιά. Ναι, Μυρσίνη μου. Η ελευθερία δεν είναι να πας όπου θέλεις, είναι να είσαι αυτό που είσαι, όπου κι αν βρεθείς.

Και για λίγο έμειναν σιωπηλοί, κοιτώντας τον έναστρο ουρανό τους Η νύχτα μύριζε γιασεμί, κι ο παππούς σκεφτόταν πως είχε πια δώσει στην εγγονή του, το πιο σπουδαίο μάθημα, όχι εκείνο που γράφεται σε βιβλία, αλλά εκείνο που γράφεται με αγάπη στην καρδιά των ανθρώπων.

Η Μυρσίνη, πλημμυρισμένη από χαρά και ευγνωμοσύνη, αγκάλιασε τρυφερά τον παππού της και του είπε. Θα θυμάμαι, παππού.

Να αφήνω την ψυχή μου να πετά λεύθερη.

Κι εκείνος χαμογέλασε.

Πετά, παιδί μου.

Μα να θυμάσαι πως ό,τι πετά ψηλά, πρέπει πρώτα να έχει ρίζες βαθιές στη γη.

Και τότε, μέσα στη νύχτα, ο άνεμος πέρασε απαλά μέσα από την κληματαριά, σαν να ’ταν η ίδια η ψυχή του παππού της, δίνοντας της απλόχερα την ευχή του για το δικό της ταξίδι.

Η Μυρσίνη ψιθύρισε …

Τώρα πια, κάθε φορά που φυσά ο άνεμος,

νιώθω τον παππού να περπατά πλάι μου.

Μου μιλά δίχως λόγια

με τον ήρεμο ψίθυρο των φύλλων,

με το χάδι του φωτός.

Έμαθα πως η ελευθερία

δεν είναι κραυγή μα μυριάδες ανάσες.

Δεν είναι απόδραση, αλλά επιστροφή στη Ζωή.

Η ψυχή δεν ζητά να σπάσει τα δεσμά,

μα να θυμηθεί πως ποτέ δεν ήταν δεμένη.

Κι όταν ο φόβος με πλησιάζει,

κλείνω τα μάτια και ψιθυρίζω μέσα μου:

Άνεμε, που περνάς ανάμεσα στα φύλλα,

πάρε μαζί σου τον φόβο μου,

κι άφησέ με να υπάρχω σαν τραγούδι.

Θάλασσα, καρδιά του ουρανού,

δείξε μου ν’ απλώνω τα κύματά μου

χωρίς να φοβάμαι τα κοφτερά βράχια.

Παππού, εσύ που μου ’μαθες

πως η ελευθερία δεν είναι ένας δρόμος μακρινός,

μα βλέμματα άπειρα στραμμένα στον αιώνιο ουρανό

στάσου κοντά μου όταν λυγίζω,

κι άσε την ψυχή μου να θυμηθεί το φως.

Γιατί τώρα ξέρω

πως δεν υπάρχουν δεσμά για εκείνη την ψυχή

που αγάπησε αληθινά.

Κι έτσι περπατώ.

Γυμνή απ’ ό,τι δεν είμαι,

ντυμένη μόνο με το φως που μου ’μαθε εκείνος.

Ριζώνω βαθιά

κι απ’ τις ρίζες μου γεννώ φως.

Κι όταν ο άνεμος φυσά,

δεν φοβάμαι πια.

Ξέρω πως μέσα του ανασαίνει

η ελευθερία της ψυχής μου.




© Μίνα Μπουλέκου

Συγγραφέας-Ποιήτρια-Αρθρογράφος


Comments


bottom of page