top of page

ΑΣΤΑΘΗΣ


Σταυρώνω τα δάχτυλα μου και σκύβω μπροστά, την κοιτάω μέσα στα μάτια προσπαθώντας να ψάξω για κάποια ενοχή ή την αλήθεια που μπορεί να είναι πολύ πιο σκληρή από αυτή που έχει ήδη ακουστεί. Σφίγγω τα μάτια , αλλά μετά σκέφτομαι ότι ίσως αυτός ο τρόπος προσέγγισης μπορεί να είναι και λανθασμένος. Κάνω ένα βήμα πίσω και κάθομαι στην καρέκλα μου. Η νέα μου πελάτισσα φαίνεται πως περισσότερο θέλει να παίξει μαζί μου παρά να την βοηθήσω να ξεμπλέξει Είναι πάρα πολύ όμορφη, μιγάδα, η μητέρα της από την Ακτή Ελεφαντοστού και ο πατέρας της Έλληνας…

<< Μπορείτε σας παρακαλώ να μου μιλήσετε; Εάν δεν θέλετε να σας βοηθήσω, τότε γιατί με φωνάξατε;…>>

Σκύβει στο αυτί μου και μου ψιθυρίζει…

<< Θα τα μάθεις όλα σιγά σιγά νεαρέ, προς το παρόν κάτσε εδώ ήσυχα, εντάξει; >>

Στην φωνή της υπάρχει μια νότα ειρωνείας, η ανάσα της είναι παγωμένη, σαν να μην έχει ίχνος θερμότητας Αρχίζω να νιώθω άβολα αλλά δεν μιλάω…

<< Λοιπόν, τι λες; Θέλεις να πιούμε λίγη βότκα; Εγώ βέβαια, δεν το συνηθίζω αλλά λόγω της ημέρας επειδή είσαι εσύ εδώ θα κάνω μια μικρή εξαίρεση...>>


Μετά από αυτό δεν θυμάμαι τίποτα, σκοτάδι.

Όταν ξύπνησα ήμουν στο γραφείο μου, το πουκάμισο μου ήταν τσαλακωμένο, λες και πάλευα...



Ζωή Συμεωνίδη 🌹

Comments


bottom of page