Απόβραδο χαμένης μνήμης

Ώρα 6.00 μμ
Αυτή η πόρτα κάτι μου θυμίζει.
Κάπου εδώ έζησα και ένιωσα τη βαθιά αγάπη
και κάπου εδώ αναζητώ τώρα μια τοσοδούλα γωνιά
για να ακουμπήσω τα ματόκλαδα της κρύας μοναξιάς.
Κρυώνω ναι, κρυώνω πολύ μες στο σκοτάδι τής μαύρης φυλακής μου.
Σας παρακαλώ, κάποιος από εσάς εκεί έξω, να τυλίξει σφιχτά με την κουβερτούλα τής παρηγοριάς
τα πυκνά μου δάκρυα.
Δυο μπουκιές ανθρωπιάς, αυτό μόνο ζητώ
από τη θορυβώδη ζωή, που μου στέρησε ολοσχερώς
το μπαστούνι τής αξιοπρέπειας.
Μα τώρα μήπως είναι ήδη αργά;
Σας ερωτώ, είναι αργά να ξαναδώ το φως τής ανατολής μέσα από τη μαύρη μου περσίδα ;
Ειναι ήδη αργά να δροσιστώ στο τέναγος τής μνήμης
του αλμπίνου ελέφαντα ;
Ειναι αργά να πιω το νάμα τής σωτηρίας από την κρήνη της ελπίδας;
Μόνιμο γεύμα, αποτελούν πλέον, οι φλούδες απόγνωσης τής γέρικης σκιάς μου.
Τώρα πώς ζω, πού περπατώ, πώς ξυπνώ, τι σκέφτομαι,
αν δύναμαι να σκεφτώ, εδώ μες στο δωμάτιο
το σκοτεινό, που τόσο με παιδεύει;
Για πες μου εσύ, μειλίχιο φως τής πρώτης Άνοιξης, κορίτσι όμορφο ξανθό άλλοτινού ηλίου θρέμμα!
—Μην ανησυχείς για τίποτε πατέρα!
Θα είμαι εδώ κοντά σου, μέχρι το τελευταίο απόβραδο
του κατάμαυρου βοριά σου!
© ΑNASTASIA NEROLI Set'25





Comments