top of page

Απλώνω τα χέρια...


Απλώνω τα χέρια,

λίγο απ' το φώς ν’ αρπάξω,

και της ψυχής τ'ανήλιαγα,

σπίθες φώς ν’ αδράξω.


Απλώνω τα χέρια,

φώς του ήλιου να μαζέψω,

να ζεστάνω τις κρύες σκέψεις,

που φωλιάζουν στις κρύπτες του μυαλού.


Απλώνω τα χέρια,

να μαζέψω,μιάς βροχούλας στάλα,

να νοτίσω τα ξεροκαμένα ψίχουλα,

που πέτρωσαν στο βάθος της ψυχής.


Απλώνω τα χέρια,

το ουράνιο τόξο θα βασιλεύσει,

με χρώματα φανταχτερά,

το απέραντο του ουρανού θα βάψει,

ένα κομμάτι χρώμα να μαζέψω,

να δώσει χρώμα στη ζωή.


Ένα χρώμα να βάψει ,

τα άχρωμα όνειρα,

ένα χρώμα να ζωγραφίσει,

τις μαύρες σκιές της ζωής.


Απλώνω τα χέρια,

να μαζέψω ένα πορτοκαλοκόκκινο ,

τη χαρά να δέσει φιόγκο,

να μην μπορεί να ξεγλιστρήσει,

απ’ το καβούκι της ευτυχίας.


Αναμμένη δάδα,αμυδρό το φώς της,

κρατάω στα χέρια,

στο φώς της σπινθοβολούν,

παλιοκαιρισμένα θέλω μου,

που παγώσανε στο χρόνο.


Υψώνω τα μάτια κι απλώνω τα χέρια,

τα βήματα κολλάνε στη γή,

μόνιμα στο ίδιο σημείο,

μιλώ κι ακούω την σιωπή μου,

ο αντίλαλος της ενοχλητικός,

παραβιάζει τη σκέψη μου....


Υψώνω τα μάτια,

μετράω τ'άστρα,

όλο μετράω,μα και πάλιν,

πίσω ξαναγυρνάω,

το λάθος το ψάχνω χωρίς τέλος,

με κομμένη αναπνοή.


Χάνομαι στη μέτρα,

χάνομαι στο βαθύ σκοτάδι της σκέψης,

το γαλάζιο τ’ ουρανού ,

φωτίζουν τ’ αστέρια,

μα το φώς απόμακρο,η πρόσβαση δύσκολη,

το λαγούμι σκοτεινό.


Η μέτρα χάνεται,μπερδεύεται...

σαν χάνονται όλα τα θέλω της ζωής,

μα τα αστέρια συνεχίζουν να λάμπουν,

σαν οδηγός της ψυχής.


Υψώνω τα μάτια, να κοιτάξω,

το φεγγαρόλουστο αχνό φώς,

ανατριχίλα,η πυξίδα του οδηγεί,

όσα στη γή ,δεν μπορείς να βρείς.


Στη φαντασία και νοερά τ’ όνειρο,

για πάντα κρυφοκοιτάζει ,

απ’ τη μισόκλειστη πόρτα της ζωής,

η είσοδος ακριβή και τα σκαλοπάτια πολλά,

απλώνω τα χέρια με τόλμη και δύναμη ψυχής.


Αντρούλα Θεοκλή Νικηφόρου 🌹

Comments


bottom of page