top of page

"Έγκαυμα"


Πάρε με, στερνή μου αγκαλιά.


Για να τελειώνουμε.


Άσε με να βυθιστώ


σ’ ένα κλάμα γοερό και αλλόκοτο,


σαν να εξαντλήθηκε ακόμη και η σιωπή,


σαν να συναντήθηκαν ζωή και θάνατος


χωρίς έξοδο στο λαβύρινθο του Πάνα,


χωρίς άλλοθι.


Πάρε με, κρυφή μου μνήμη,


μέσα στη γαλάζια συνεφφιά


όπου τίποτα δεν σώζεται


κι όλα επιπλέουν μόνο για να σαπίζουν.


Βύθισέ με σ’ έναν κόσμο απρόσεκτο,


μα στοργικό μόνο από μνήμη,


γιατί δεν έμεινε άλλος τρόπος.


Βλέπω το φως θολά,

όχι γιατί λιγοστεύει,

αλλά γιατί περνά


μέσα απ’ του κρότου το πηγάδι.


Δεν φοβάμαι τίποτα πια.


Αυτό είναι το τρομακτικό.



Οι μέρες μου φωλιάζουν σαν μαύρο σκαθάρι,


στη ρουτίνα που τρέχει σαν αίμα


και δεν βρίσκει πληγή.


Οι κουρτίνες που κρύβουν το πλάνο φως


δεν είναι υφάσματα.


Είναι οι έρωτες


που έζησα


χωρίς να τους βιώσω,


σαν κέρμα


που έπεσε απ’ το χέρι του βαρκάρη


πριν προλάβει να μετρηθεί.



Τίποτα δεν φοβάμαι•


με τρόπο τέτοιο


που ακόμη κι ο φόβος


παραιτήθηκε.



Αλλάζουν οι ουρανοί τις μοίρες


δίχως να μας ρωτούν.


Τα σχέδια εφαρμόζονται


στα δευτερόλεπτα των ονείρων


και σβήνουν πριν ξημερώσει.


Κάθε πρωί τα ξεχνώ,


όχι από αδυναμία,


αλλά για να τιμήσω


τη θνητότητά μου.



Κι εσύ,


που από μακριά


γίνεσαι βάσανο στον χρόνο,


μη γυρίσεις.



Δεν υπάρχει τόπος.



Δεν υπάρχει κάλεσμα.



Η αναμονή έμεινε ακέραιη.



Βασίλης Πασιπουλαρίδης 🌹

Comments


bottom of page