Υγιείς και άρρωστες ιστορίες...
- ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΡΑΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ

- 17 hours ago
- 2 min read
5η
(Απ’ τη συλλογή «Υγιείς και άρρωστες ιστορίες»)

Τραπεζάκι έξω από το καφενείο του χωριού. Κάποιοι παίζουν τάβλι.
-Ντόρτια, ντόρτια! Φώναξε ο Λευτέρης. Πάλι ντόρτια έφερε, συνέχισε κουνώντας το κεφάλι και το σώμα του αριστερά και δεξιά.
-Έλα, Λευτέρη μου, τον κάλεσε τρυφερά – καθώς τον κρατούσε από το χέρι - η μητέρα του. Έλα, πάμε για φαγητό, ήρθε μεσημέρι.
-Ντόρτια, ντόρτια! Ξαναφώναξε ο μικρός, καθώς κινούνταν αργά αργά προς την κατεύθυνση του σπιτιού. Μία, δύο, τρεις, τέσσερις τελίτσες. Και άλλες τέσσερις τελίτσες. Τέσσερα και τέσσερα ίσον οκτώ. Ντόρτια!
-Έλα αγόρι μου, πάμε. Συνέχισαν να προχωράνε και έφτασαν στο σπίτι-Πλύνε τα χέρια σου και κάτσε στο τραπέζι να φάμε.
-Τι θα φάμε μαμά;
_Γιουβαρλάκια.
-Ντόρτια μαμά. Ντόρτια γιουβαρλάκια, είπε και χτύπησε δυνατά τα χέρια του.
Η μητέρα έφερε τα πιάτα. Δύο. Ήταν μόνοι τους. Δεν υπήρχε πατέρας. Την εγκατέλειψε στην πόλη που ζούσαν, μόλις ο γιατρός ενημέρωσε πως το παιδί που γεννήθηκε θα είχε κάποια προβλήματα. Μόνη της το μεγάλωσε. Έντεκα χρονών πια, ο Λευτέρης, πήγε Ειδικό σχολείο από τα νήπια. Πολλά προβλήματα. Από τον πατέρα καμία βοήθεια. Έτσι, στα οκτώ του χρόνια, τον πήρε και γύρισαν στο χωριό. Εκεί ζούσε ο χήρος , πια, πατέρας της, Λευτέρης κι’ αυτός, με τα δικά του προβλήματα. Πέρασε ένας χρόνος με μεγάλα προβλήματα υγείας, στερήσεις και προσπάθειες. Πάνω στο χρόνο, πέθανε ο παππούς Λευτέρης. Στο μεταξύ, με νύχια και με δόντια , χωρίς ειδικό δάσκαλο στο σχολείο, τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα. Η νεαρή δασκάλα του μονοθέσιου εξατάξιου δημοτικού, με όλη την καλή της πρόθεση , την αγάπη της προς την έννοια του μαθητή και την παιδική ηλικία, τον βοήθησε να κάνει κάποια βήματα προς τη γνώση και την κοινωνικοποίηση.
-Βάλε παιδί μου, όσα θες, είπε η μητέρα, προσέχοντας να μη συμβεί κάτι δυσάρεστο στις κινήσεις του. Ο Λευτέρης έπιασε την κουτάλα.
-Ένααα, δύοοο, τρίααα. Τα μέτρησε δυο τρεις φορές στα δάκτυλά του. Ένα ακόμα, συμπλήρωσε. Βάζει και το άλλο. Ντόρτια, ντόρτια! Αλλά, είναι ένα, δύο, τρία, τέσσερα. Παίρνει την κουτάλα και βάζει στο άλλο πιάτο τρία γιουβαρλάκια. Τα ξαναμετράει και παίρνοντας το τέταρτο του πέφτει στο πάτωμα.
-Πάει τα ντόρτια, πάει! Φωνάζει και αρχίζει να νευριάζει.
Η μητέρα του τον κατευνάζει και πιάνουν μαζί την κουτάλα. Βάζουντο τέταρτο μπαλάκι στο πιάτο της.
-Ντόρτια, ντόρτια, αναφώνησε χαρούμενος ο Λευτέρης. Τέσσερα και τέσσερα ίσον οκτώ μπαλάκια.
-Ναι, αγόρι μου, οκτώ μπαλάκια. Ας τα φάμε τώρα να πάνε στο στομαχάκι μας.
-Ναι μαμά, συμφώνησε ο μικρός. Ναι, μαμά.
Μα τότε, έγινε κάτι παράδοξο. Έσκυψε , πήρε το πεσμένο γιουβαρλάκι, του μίλησε, το μάλωσε, το είπε κακό μπαλάκι και το άφησε μέσα στη σακούλα των σκουπιδιών.
Η μητέρα, συγκινήθηκε. Τέτοια ενέργεια δεν είχε ξανακάνει ο μικρός. Έπιασε τα χέρια του, τα σκούπισε και τα φίλησε.
Τέτοια μάνα μπορούσε να τα βγάλει πέρα. Μάνα ηρωίδα. Και ο μικρός Λευτέρης την υπεραγαπούσε. Την αγκάλιασε σφιχτά και είπε:
-Τέσσερα χέρια, ντόρτια, τέσσερα πόδια, ντόρτια, ίσον οκτώ!
ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΙΣ ΗΡΩΙΔΕΣ ΜΑΝΕΣ
Κ Γ. Κ. 2026




Comments