Πεσμένα καρούλια
- ΜΑΡΙΝΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

- 16 hours ago
- 4 min read

Πεσμένα καρούλια.
Το απόγευμα είχε έναν γλυκό ήλιο. Σκέπαζε τη μικρή πόλη.
Η βεράντα της κυράς Νούλας ήταν γεμάτη σε γλάστρες.
Είχε βγει στην σύνταξη εδώ και έναν χρόνο.
Μάνα τεσσάρων παιδιών που απέκτησε πολλά εγγόνια.
Ο θεός την αξίωσε και τα τακτοποίησε τα παιδιά της.
Κάθε απόγευμα έπινε καφέ στη βεράντα με τον σύζυγο.
Σήμερα είχε παρέα την Ειρηνούλα. Την εγγόνα της, την μικρότερη ήταν συνονόματες.
Η ναζιάρα φορούσε το ροζ φορεματάκι της.
Η γιαγιά το είχε πάρει δώρο για τα γενέθλια της την προηγούμενη εβδομάδα.
Έτρωγε γλυκό παρέα με την κούκλα της δίπλα στον παππού. Ο οποίος διάβαζε την εφημερίδα του.
Ενώ η γυναίκα πότιζε τις γλάστρες.
Το νερό ηχούσε όπως έπεφτε στο χώμα .
Το γύρισμα των σελίδων έσπαγε τη σιωπή του ηλικιωμένου.
Η πεντάχρονη ακούμπησε ζωηρά το κουταλάκι στο μικρό πιάτο και ξεκίνησε το τραγούδι.
Σηκώθηκε και μύρισε τα λουλούδια .
<<Γιαγιά να ποτίσω;>> είπε και άγγιξε το ποτιστήρι. Η γυναίκα την κοίταξε με αγάπη. << Ναι, θα σου βάλω λίγο νερό. Γιατί άδειασε.>> Όπως γέμιζε, έκλεισε τη βρύση και το παρέδωσε στην νεαρή.
<<Γιαγιά πρέπει να με πληρώσεις... Ετοίμασε τα λεφτά. Παίρνω πέντε ευρώ για κάθε γλάστρα.>>
Το ηλικιωμένο ζευγάρι ξεκαρδίστηκε στα γέλια.
Ενώ η μικρή παράτησε το ποτιστήρι. Γύρισε την πλάτη της.
Με σταυρωμένα τα χέρια χάζευε τον κάμπο.
<< Έλα Ειρηνούλα να σου πω μια ιστορία. Καλά..
Εγώ θα ξεκινήσω να τη λέω ...
Μην μου κλείνεις τα αυτιά. >>
Ο άντρας της έκλεισε την εφημερίδα. Την κοίταξε μέσα στα μάτια. <<Θυμάσαι τη δουλειά που ρίχναμε; Πώς καταντήσαμε έτσι τώρα !!>> Κούνησε το κεφάλι της.
Γύρισε πίσω στον χρόνο.
Ήταν νέα .
Είχε τρία μικρά στο σπίτι.
Τα άφηνε στην πεθερά της.
Μαζί με τον άντρα της δούλευαν. Νύχτα έφευγαν, νύχτα επέστρεφαν. Όπου φτωχός και η μοίρα του. Έσκυψαν το κεφάλι αμέτρητες φορές. Η ανάγκη τους ήταν μεγάλη.
Η ορθοστασία και η βαβούρα από τις μηχανές είχε γίνει συνήθεια.
Με πρησμένα χέρια επέστρεφαν.
Ένα βράδυ που επέστρεψαν από το εργοστάσιο.
Οι φωνές τους ταξίδεψαν σε όλη τη γειτονιά.
Η μοναδική φορά και η τελευταία που πλακώθηκαν άσχημα.
Ο λόγος ήταν τα μεροκάματα τους.
Για αρκετούς μήνες δούλευαν χωρίς να πληρώνονται.
Τα τρόφιμα που έφερνε η πεθερά και ο πατέρας της,τα δεχόταν για να μεγαλώσουν τα παιδιά.
Είχε πετάξει το μαντήλι της μέσα στο πρόσωπο του.
Την έπιασε από τους καρπούς. Ήταν υπό το φως των κεριών.
Τους είχαν κόψει το ρεύμα.
Ένα δευτερόλεπτο μετά την άφησε. Λύθηκε στα δάκρυα. Την άκουσε. Τέρμα η δουλειά στο εργοστάσιο αυτό .
Την επόμενη μέρα πήγαν με το λεωφορείο στη δουλειά. Φόρεσαν καλά ρούχα . Οι συνάδελφοι τους κατάλαβαν. Ο Σάκης τους έπιασε την κουβέντα από την απέναντι θέση.
Η Ειρήνη έκανε ότι δεν άκουσε.
Αλλά ο Τάκης συνέχιζε.
Του απαντούσε. Μέχρι που του έδωσε μια αγκωνιά στα πλευρά . Έτσι σταμάτησε η συζήτηση.
Αφού οι υπόλοιποι πήγαν προς τη γραμμή παραγωγής.
Εκείνοι μείναν στην αυλή.
Έβλεπαν το εργοστάσιο στο οποίο μεγάλωσαν . Ήταν παιδιά . Εδώ γνωρίστηκαν.
Ήταν κοριτσάκι. Είχε μαύρα μαλλιά , ήταν λεπτοκαμωμένη.
Το χλωμό της δέρμα έδενε αρμονικά με τα γαλανά μάτια της.
Φορούσε ένα μακρύ φόρεμα.
Το μοναδικό που διέθετε στην αρχή.
Ο επιστάτης την έβαζε, να κουβαλάει κούτες με καρούλια. Με όση δύναμη είχε τις σήκωνε. Όταν απομακρυνόταν ο Μηνάς, έβρισκε ευκαιρία και έπαιρνε μια ανάσα. Συνέχιζε τον αγώνα της γρήγορα. Μην έβλεπε ότι κάθεται.
Μια μέρα τις έπεσε η κούτα από τις σκάλες . Χύθηκαν τα καρούλια προς τα κάτω . Ο ψηλός σαραντάρης , φαλακρός και μουστακαλής άντρας ξεκίνησε τα άσχημα λόγια. Αυτά που ύστερα σπίτι της ντράπηκε να προφέρει στη μητέρα της . Όμως ο Τάκης το παλικαράκι που δούλευε στη γωνία στη μηχανή, σε δύο βήματα βρέθηκε μπροστά του. Ακόμα θυμάται τα λόγια του . Πώς την υπερασπίστηκε. << Μηνά μιλά καλά. Το έβαλες το κορίτσι σε αντρική δουλειά. Η κόρη σου μπορεί όλη μέρα να κουβαλάει τέτοιο βάρος; Ζήτησε συγγνώμη στο κορίτσι. Τώρα .>> Έτσι απαλλάχτηκε από τη βαριά δουλειά και ήταν η μόνη φορά , ή τελευταία που την πείραξε. Το συγγνώμη το είπε μέσα από τα δόντια του και μάζεψαν μαζί τα καρούλια. Τότε τον πρόσεξε τον άντρα της . Έτσι ξεκίνησαν.
Μέσα στο γραφείο ευχαρίστησαν για το ψωμί που τους έδωσαν αυτά τα είκοσι χρόνια. Αλλά από τη στιγμή που εδώ και οχτώ μήνες δεν έπαιρναν τα δεδουλευμένα τους. Ανακοίνωσαν την παραίτηση τους. Είχαν υποχρεώσεις. Είχαν τρία παιδιά. Και πήγαιναν για τέταρτο. Η Ειρήνη πήρε θάρρος και είπε ότι εξαιτίας τους , δεν έχουν ρεύμα. Ο Τάκης ενοχλήθηκε. Δεν του άρεσε που το πε. Αλλά μετὰ σκέφτηκε. Η γυναίκα μου έχει δίκιο . Ζήτησε τον ιδρώτα της . Ούτε ζητιάνεψε, ούτε έκλεψε. Στάθηκε δίπλα της. Έσφιξε το χέρι της . Κοίταξε κατάματα το αφεντικό και υπέγραψε το χαρτί. Η Ειρήνη του έκανε νόημα και έβαλε υπογραφή και στη δική της παραίτηση.
Το ταξίδι στο παρελθόν σταμάτησε από το τραγούδι της Ειρηνούλας. Κάθισε δίπλα τους και ζήτησε παραμύθι. Η γιαγιά Νούλα την αγκάλιασε και της είπε την Κοκκινοσκουφίτσα. Ενώ ο παππούς ξεκουραζόταν από την εικόνα των κοριτσιών του.
Μαρίνα Παπαδοπούλου 🌹




Comments