Υ σ τ ε ρ ο φ η μ ί α...
- ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΓΙΑΝΝΟΣ

- 11 hours ago
- 3 min read

Ο Χρήστος και η Χρήσταινα!
Οι γονείς μου!
Ευδοξία ήταν το όνομά της,μα πώς τα λόγια του παππά να νικήσουν την εθιμοτυπία;
Πέντε δικά τους παιδιά είχαν και δύο της μάνας μου ανήψια,που ορφάνεψαν λίγους μήνες μετά τον γάμο τους,επτά στο σύνολο αδέλφια, ενωμένοι όλοι με ισχυρούς δεσμούς, επιβεβαιώναμε τα βράδια τον θεσμό της οικογένειας, γύρω απ' το σοφρά με το μεγάλο σινί στην μέση και η αχνιστή πίτα, να σπάει την μύτη όλης της γειτονιάς!
Ο μικρότερος εγώ, ο πιο τυχερός και μοσχαναθρέμενος,από όλους κανακεμμένος, άδεια αγκαλιά δεν έμενε, τις γέμιζε όλες "η χάρη μου ".
Εικόνες, καταστάσεις, περιστατικά και "ο πλούτος της φτώχειας " , όλα καταγεγραμμένα στον κατάλογο των αναμνήσεών μου!
Κεμπάρης και ωραίος άντρας ο Χρήστος.
Υπερήφανος, έδειχνε απρόσιτος κρύβοντας της ευαισθησίες του
και την αρχοντιά της ευγένειας του!
Μετρημένος ο λόγος του πάντα, περιποιημένο το μουστάκι του, στητό το κορμί του και το κεφάλι αγέρωχα ψηλά, κανείς μην οσμηστεί τις δυσκολίες της μεγάλης οικογένειας.
Αυτό που τον ξεκούραζε,ήταν η Βραδυνή μάζωξη της οικογένειας, που μεταλαμπάδευε όνειρα, χάραζε το μέλλον μας και φύτευε αξίες στο μυαλό και στην καρδιά μας.
Χορτάτη η δική του καρδιά,έπιανε το τραγούδι και τρελός χορός ακολουθούσε στην μικρή μας κοινωνία.
Τα γέλια αντήχιζαν στην μοναδική κάμαρη που μας στέγαζε.
Ξεχνούσε τα ψαλιδισμένα όνειρα, ζωγράφιζε την πορεία μας στις πύρινες γλώσσες του τζαμιού και ευφραίνονταν η ψυχή του.
"Στράβωνε" η μάννα μου και τον αγριοκοιτούσε,που συνόδευε με παλαμάκια τα ρυθμικά λικνίσματα της αδερφής μου,από φόβο "μην κρεμάσουν κουδούνια" οι κακές γλώσσες, γιατί από τα δεκαπέντε χτυπούσαν την πόρτα μας οι προξενητάδες.
Καθόλου δεν τον ένοιαζε, "δεν υπάρχει ντροπή στην ευτυχία" τόνιζε συχνά.
Μαζί με όλα τα ζωντανά είχαμε και έναν γάιδαρο, τον Ντούκη,μα ποτέ δεν τον καβαλίκεψε.
Ο Μπινέκης ήταν το μεταφορικό του μέσο.
Το καφετί άλογο με τον λευκό σταυρό στο κούτελο, τα άσπρα καλτσάκια πάνω από τις οπλές του και το απίστευτο; άσπρη την μισή ουρά του.
Το ίππευσε μια μέρα δίνοντας εντολή στα μεγάλα μου αδέλφια να προσέχουν το κοπάδι καλύτερα κι από εκείνον.
Θα κατέβαινε στην πόλη είπε.
Στον Τύρναβο υποθέσαμε, αλλά στην Λάρισα βρέθηκε.
Σαν τώρα θυμάμαι την εικόνα όταν γύρισε.
Έλαμπε το πρόσωπό του, το μουστάκι του φάνταζε μεγαλύτερο και τα μάτια του πρόδιδαν κάτι πολύ καλό, χαρούμενο, ευχάριστο!Μας συνεπήρε όλους η θετική του αύρα.
Τρέξαμε γύρο του,με περίσια κανάκια τα μικρότερα, να εκβιάσουμε τον μποναμά μας.
Άλλος έφερε την τα'ί'στρα στον Μπινέκη,άλλος την ποτίστρα και οι αδελφές μου έτρεξαν να ξεκρεμάσουν τα δισάκια από από τα κοτσάκια του σαμαριού.
Για πρώτη φορά τις απέτρεψε και ούτε τις άφησε να ελέγξουν το περιεχόμενο.
"Στράβωσε άλλη μία φορά η μάνα μου.
"Κατάλαβα, πάλι έξοδα έκανες "τον παρατήρησε εμφανώς ενοχλημένη.
"Ναι,αλλά έφερα τον πλούτο στα παιδιά μας"απάντησε χωρίς να μειώσει τον ενθουσιασμό του.
Με δυσκολία κατάφερε να πείσει την μάννα μου να καθίσει για λίγο κοντά του και να ξεχάσει τις δουλειές της.
Έδωσε εντολή στις αδελφές μου να ετοιμάσουν κάτι πρόχειρο για ένα τσιπουράκι ,ενώ κρατούσε την φούστα της μάνας να την συγκρατήσει, γιατί ενστικτωδώς τιναζόταν να περάσουν όλα από τα χέρια της.
Μην φανταστείτε τίποτε σπουδαίο απλά πράγματα, δυο αβγά βραστά, μια ντομάτα στα τέσσερα μετο αγγουράκι δίπλα, ελίτσες, τυράκι και ζυμωτό ψωμάκι, που έτυχε να είναι ζεστό ακόμα.
Όλα παραγωγή με το ιδρώτα της αεικίνητης κυρά Ευδοξίας, όπως του άρεσε να την προσφωνεί.
Ήταν η μέρα που γνώρισα ουσιαστικά τους γονείς μου!.
"Παιδιά μου,χωρίς μουσική η καρδιά δεν τραγουδά και η ψυχή δεν μπορεί να γιορτάσει.
Η φτώχεια θέλει καλοπέραση,
είναι κρίμα τα όνειρα να μένουν στα απόσκια και τα ανήλιαγα του νου"είπε και φανέρωσε τον πολυδιαφημισμένο πλούτο.
Ήταν ένα γραμμόφωνο, το πρώτο και μοναδικό στο χωριό, που μετά εξυπηρέτησε αρραβώνες και γιορτές όσων το δανείζονταν.
Το κούρδισε, σκούπισε το βινύλιο στο πουκάμισό του και πριν ακουμπίσει την βελόνα στον δίσκο, σήκωσε την μάννα μου για τον πρώτο χορό.
"Το χαρικλάκι" ήταν με την φωνή της Ρόζας Εσκενάζη.
Μισοντρέποναν στην αρχή εκείνη, προσπαθούσε με νάζια να καταπολεμήσει την συστολή της,μια έκρυβε το πρόσωπο με τις παλάμες της και άλλοτε μάλωνε χαδιάρικα εμάς που σπαρταρούσαμε από γέλια.
Στην δεύτερη στροφή, ζωντάνεψε η γυναικεία της φύση και μας κατέπληξε όλους.
Αυτή ήταν η μάνα μας;
Φάνταζε ξαφνικά στα μάτια μας και ιδιαίτερα στα δικά μου σαν σταρ του σινεμά, σαν έμπειρη αρτίστα.
Σε κάποια στιγμή έκστασης έπεσε το κεφαλομάντηλό της και χύθηκαν οι πλουμιστές κοτσίδες της.
Τις κουνούσε ανάλογα με τους γοφούς της και τις έφερνε ναζιάρικα στο πρόσωπο του πατέρα μου.
Εκείνος έλιωσε, εξα'υ'λώθηκε, έγινε μόνο ψυχή, μόνο πνεύμα, έγινε ολόκληρος αγάπη.
Μα τύλιξαν όλους τα συναισθήματά του, κύκλος γίναμε και συνοδεύαμε τις εκφράσεις της με τις παλάμες μας και σφυρίγματα ενθουσιασμού τα μεγαλύτερα αδέλφια.
Βούρκωσα τώρα που ζωντάνεψαν οι μνήμες.
Σταματώ για να μην γίνει μελό η ωραία μου ανάμνηση.
Να είτε καλά και πάντα μαζί εκεί που βρίσκεστε!
Αλήθεια πατέρα την κατάφερες ποτέ να σου χορέψει εκεί που βρίσκεστε.;
Πίστεψέ με,ακόμα και τώρα, αγόγγιστα όλα μπορεί η ψυχή της Χρίσταινας να κάνει!
Βαγγέλης Γιάννος 🌹




Comments