top of page

Η ΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΟΡΜΙΣΚΟΥ✨


Σε εκείνο το νησί, θυμάμαι, που η άπνοια βασίλευε όλα τα πρωινά του καλοκαιριού, λίγο μετά τις έξι, όπου οι ιριδισμοί στα φοινικόδεντρα βρίσκονταν στο απόγειο του πράσινου και του μπλε, ενισχύονταν η εντύπωση ότι κάποιος από τους Θεούς θα ήταν λάτρης των έργων τέχνης του 18ου αιώνα.

Κι όμως εδώ, παρόλο που μόλις είχες ξυπνήσει, η ήρεμη αθωώτητα των λεπτών χρωμάτων σε παρέσυρε να κλείσεις και πάλι τα μάτια σου. Η θέα, εν ολίγοις, ήταν υπνωτιστική.

Ήταν ένα ερημικό παραλιακό θέρετρο που δήλωνε ακριβώς ότι η όραση πλέον είναι, από συναισθηματική σκοπιά, όλο και πιο αξιόπιστη. Και για να είμαι ειλικρινής τούτη η αξιοπιστία του θεατού δεν θα με προσέλκυε αν, κάθε πρωινό, δεν περνούσε από μπροστά μου εκείνο το κορίτσι, που, άθελά του, υπογράμμιζε την αλήθεια αυτού του μαγικού φαινομένου.

Όταν βάδιζε κοιτούσε χαμηλά και, σημειωτέον, η όποια αλήθεια, άφηνε την εντύπωση του παραλόγου αφού εδραιωνόταν ακριβώς στο ότι έμοιαζε απίστευτη. Εδώ οι αντιλήψεις οδηγούνταν από το εξωπραγματικό.

Δεν ήξερα το όνομά της αλλά σαγηνευόμουν από αυτόν τον αιθέριο βηματισμό στην παραλία. Είχα την αίσθηση πως αυτή η θλιμμένη κοπέλα όδευε προς την αιωνιότητα του θανάτου και το λευκό φόρεμά της ήταν κάτι σαν ένας μοιρολατρικός ελιγμός για να τον αποφύγει.

Βάδιζε αργά σαν μαριονέτα κοιτώντας τα πόδια της και όταν, κάποιες φορές, ανασήκωνε το βλέμμα της, έτρεμες μήπως σε κοιτάξει. Λες και συγκροτούσε τη γεωμετρία ενός χώρου όπου το σώμα της εκμεταλλευόταν την οριζόντια γαλήνη του μπλε, εκείνο το αβαθές μπλε που χαρακτήριζε το επίπεδο του ορατού. Μια εκλεπτυσμένη μορφή έκφρασης κάτι ανάμεσα στα ρήματα διαβάζω και διαβαίνω. Και μια παρουσία που, προφανώς, από καιρό είχε αποσυρθεί από τα χνώτα της κυκλοφορίας.

Και μετά χανόταν στο βάθος της στροφής του ορμίσκου. Συχνά, αφού είχε χαθεί από το οπτικό μου πεδίο, ακολουθούσα τα βήματά της. Μέχρι την στροφή. Εκεί, κοντά στον σκουριασμένο φάρο, τα ίχνη της γίνονταν αχνότερα. Λίγο μετά ίσα που τα διέκρινες και λίγο πιο πέρα εξαφανίζονταν. Που να πήγαινε άραγε...

Ήταν έρημος ο τόπος. Ήμουν σίγουρος πως εκείνο το συμβολικό πέρασμά της θα μπορούσε να υπαινίσσονταν το τρεμόπαιγμα μιας φλόγας ενός κόσμου που έσβηνε και ένα μικρό παιδί, αργά ή γρήγορα, θα την φυσούσε ξέψυχα...

Συχνά σε εκείνο το παράξενο θέρετρο καθόμουν και την νύχτα. Ο υγρός αέρας και η θέα του απέναντι βουνού, με τα μικροσκοπικά φωτάκια από τα αυτοκίνητα στην πλαινή μεριά να κινούνται, σε μαγνήτιζε.

Ένα πλοίο προσαραγμένο αρόδο ίσα που διακρινόταν. Άκουγα τον παφλασμό κι έναν αντίλαλο από τριξίματα ξύλου. Όλα έμοιαζαν σαν μια γκρίζα σκιά που αργοσάλευε αέρινα.

Και ένα βράδυ πάγωσε το αίμα μου από το ξαφνικό ελαφρύ άγγιγμα ενός χεριού στον ώμο μου από πίσω. Είχα μείνει άναυδος. Δεν ξέρω αν ήταν ψέμα ή αλήθεια. Μια ξαφνική παρουσία μέσα στη νύχτα, σ' εκείνο το έρημο μέρος.

Γύρισα φοβισμένος βλέποντας την αλλόκοτη μορφή της κοπέλας. Στεκόταν μπροστά μου κι εγώ, με τρεμάμενα χείλη, προσπάθησα να ρωτήσω τι ήθελε. Το παράξενο κορίτσι των πρωινών όμως μίλησε πρώτο. "Διακρίνετε εκείνο το πορτοκαλί φως που επιπλέει στην θάλασσα;" Κοίταξα απεγνωσμένα τον ορίζοντα. Δεν φαινόταν τίποτα. Τι λογής γυναίκα ήταν και πώς είχε βρεθεί έτσι ολομόναχη στην παραλία την νύχτα...

Για το μόνο πράγμα που ήμουν σίγουρος ήταν πως και ο αισχρότερος άνθρωπος, ακόμη και σε τούτη την ύποπτα προχωρημένη ώρα και σε μια αμμουδιά τόσο ερημική δεν θα μπορούσε να την παρεξηγήσει αν την άκουγε να μιλάει. Με μια διαστολή των ματιών που θα άρμοζε περισσότερο σε άνθρωπο κατώτερης ηλικίας κατάφερα να απαντήσω, «από εδώ που είμαι δεν διακρίνω τίποτα». Εκείνη μού αποκρίθηκε πως κάθε νύχτα παρατηρούσε αυτή την μυστήρια μαρμαρυγή, αυτό το τρεμάμενο λαμπύρισμα στο ίδιο ακριβώς σημείο να χορεύει στην μαύρη επιφάνεια της θάλασσας.

Χαμογέλασε και συνέχισε τον δρόμο της. Χάθηκε πάλι στο βάθος της στροφής. Φοβήθηκα και χάθηκα σε σκέψεις. Πάντα η σκέψη για μένα λειτουργεί σαν σύμμαχος ώστε να αποφεύγω ό,τι συμβαίνει μπροστά μου.

Στεκόμουν κοιτώντας τη ράθυμη περιδίνηση των κυμάτων. Απέναντι αχνοφαινόταν το βουνό από την ημισέληνο. Βάλθηκα να παρατηρώ μήπως ανακαλύψω κάποιο φως που ίσως να αντανακλούσε δίνοντας το μυστηριώδες εκείνο φέγγος. Παντού σκοτεινιά. Μόνο κάποιες ασημένιες κινήσεις ρευμάτων που σελάγιζαν στα πολύ ανοιχτά.

Έκτοτε δεν θυμάμαι πολλά. Μονάχα την σοφία εκείνης της ακίνητης όχθης. Θυμήθηκα τον Παβέζε: "Ο πλούτος της ζωής βρίσκεται στις αναμνήσεις που έχουμε ξεχάσει".



Σίμος Ιωσηφίδης 🌹


Comments


bottom of page