top of page

Το φιλί του αχινού


Άπλωσε τα αγκάθια του

Να αγκαλιάσει ήθελε την όμορφη νύφη

Να τη πιάσει και να την κρατήσει εκεί,

ακίνητη στην ακτή, όπως και εκείνος

Κάθε αγκάθι του έμοιαζε με μαύρο καρφί

έτοιμο να μπει στη καρδιά της, να την αιχμαλωτίσει

Μαύροι φρουροί την ψυχή της έχουν ζώσει

Να σταματήσει ήθελε τη ροή της

Ο βυθός της να γίνει ο καθρέφτης του

Να σταματήσει ήθελε το χρόνο,

που ραγίζει στο βάρος του πόνου

Ήθελε τους ανέμους της να μερέψει

Τον Σορόκο με τις φουρτούνες και τις θύελλες,

τα μπουρίνια και τις θαλασσοταραχές του Γαρμπή

Το μαϊστράλι, φρέσκο αεράκι, να την παρασύρει

και να την ρίξει στη αγκαλιά του

Να τη φυλακίσει ήθελε σε ένα και μόνο δευτερόλεπτο

Της ορκιζόταν αιώνια πίστη και αφοσίωση

Υποσχέσεις γεμάτες αγκάθια, απέραντου πόνου

Μα η θάλασσα τον κατάλαβε αμέσως

Προσπάθησε να ανασυρθεί να βρει το δρόμο της

Να γλιτώσει από τα απρόβλεπτα φιλιά του αχινού

Τα κεντριά του όμως απλώνονταν πλάι της,

παίζοντας ύπουλα παιχνίδια

Αυτός ακίνητος και εκείνη τον πλησίαζε,

διστακτικά, μα πάντα υποχωρούσε με τον φόβο,

μιας μάταιης αναμέτρησης

Όμως μέσα σε μια στιγμή, έγινε η αναπόφευκτη σύγκρουση

Τα μαύρα αγκάθια του άνοιξαν διάπλατα,

και φίλησαν την απεραντοσύνη της γαλάζιας νύφης

Και η ένωσή τους ήταν στιγμιαία,

όπως το πρώτο φιλί του νερού στο δέρμα,

όπως η πρώτη ανάσα, μετά τις ωδίνες

Και έγινε το πικρό, γλυκό και αλμυρό μαζί

Το αδύνατο, έγινε αληθινό

Και ύστερα η νύφη υποχώρησε πάλι

Μοιραία και αδιάφορη, σα να μην συνέβη τίποτα

Όσο και αν ο αχινός προσπαθούσε,

η θάλασσα δεν ήταν ποτέ δική του.




Άννα Κλαρίτη 🌹

Comments


bottom of page