top of page

Το τέρας του Halloween

Updated: 24 minutes ago

Το τέρας του Halloween

 


31 Οκτωβρίου, Νύχτα Halloween

Ο δεκαπεντάχρονος Lance διέσχισε το μασκαρεμένο πλήθος. Τα τραγούδια ηχούσαν στα αυτιά του σαν ξεθωριασμένες μελωδίες, ενώ οι δυνατές φωνές έμοιαζαν με μακρινούς ψιθύρους. Κανείς δεν έδωσε σημασία στο καχεκτικό αγόρι που ήταν λουσμένο στο αίμα. Ένας μεταμφιεσμένος βασιλιάς σήκωσε το ποτήρι του προς το μέρος του, χασκογελώντας. Λίγο κόκκινο κρασί χύθηκε πάνω του κι ανακατεύτηκε με το πορφυρό χρώμα του θανάτου.

«Ωραία στολή, μικρέ!» του φώναξε καθώς απομακρυνόταν.

Ο Lance τον αγνόησε και συνέχισε τον δρόμο του.

Όταν το ξέφρενο πανηγύρι του χωριού είχε μείνει πλέον πίσω του, βρέθηκε να περιπλανιέται κοντά στο νεκροταφείο. Διέσχισε ένα στενό πέτρινο μονοπάτι, πλαισιωμένο από ψηλά δέντρα. Τα ξερά φύλλα έτριζαν κάτω από τα βήματά του, διαταράσσοντας την ησυχία του τοπίου. Δεν ήταν μια συνηθισμένη νύχτα. Ήταν η νύχτα που οι νεκροί περπατούσαν ανάμεσα στους ζωντανούς. Άφηναν πίσω τους χνάρια που, αν κάποιος τολμούσε να ακολουθήσει, οι συνέπειες μπορούσαν να αποβούν ολέθριες ή… σωτήριες για τη ζωή του.

Μια κουκουβάγια πέταξε κρώζοντας και κούρνιασε σε ένα ψηλό κλαδί. Τα γουρλωτά κίτρινα μάτια της έμοιαζαν τρομακτικά μέσα στο σκοτάδι. Όμως ο Lance δεν τη φοβόταν. Για την ακρίβεια, δεν είχε φοβηθεί ποτέ τα τέρατα, εκείνα που στοίχειωναν τα παραμύθια και τους εφιάλτες. Αυτό που φοβόταν ήταν… Με μια απότομη κίνηση του χεριού, σαν να μπορούσε να διώξει τις αναμνήσεις που τον βασάνιζαν, απομάκρυνε αυτές τις σκέψεις. Συνέχισε να περπατά, αφήνοντας πίσω του τα δέντρα και το μονοπάτι.

Βρέθηκε μπροστά σε μια θάλασσα από πέτρινες πλάκες, με ονόματα και ημερομηνίες χαραγμένα πάνω τους. Στο βάθος διακρίνονταν τρεις σιλουέτες: δύο μικρές, που έπαιζαν ανάμεσα στους τάφους και μία τρίτη, μεγαλόσωμη και τρομακτική. Πλησίασε αποφασιστικά και αντίκρισε ένα μικρό μελαχρινό κορίτσι με μπούκλες, όχι μεγαλύτερο από τεσσάρων ετών, ένα άλλο, λίγο μεγαλύτερο, με μακριές λευκές πλεξούδες, χλωμό δέρμα και καταγάλανα μάτια, κι έναν τερατόμορφο άντρα.

Το «τέρας» στράφηκε προς το μέρος του και ο Lance παρατήρησε, γι' ακόμα μια φορά, τα τέσσερα κέρατα που ξεπηδούσαν από την κορυφή του κεφαλιού του, τα μυτερά αυτιά του, τη μαύρη καλύπτρα που έκρυβε την απόκοσμη τρύπα στη θέση του αριστερού του ματιού και τον χαλκά που ήταν περασμένος στα ρουθούνια του. Μόλις το αγόρι στάθηκε απέναντί τους, η μικρότερη του χαμογέλασε. Έκανε να τρέξει προς το μέρος του για να τον αγκαλιάσει, μα ο τερατόμορφος άντρας την έπιασε απαλά από τον ώμο. Το κορίτσι σταμάτησε και το πλάσμα κοίταξε τον Lance με προσμονή.

«Τελείωσε» αποκρίθηκε ήρεμα το παιδί, βγάζοντας ένα ματωμένο μαχαίρι από την τσέπη του. Το έτεινε προς το μέρος του πλάσματος, που έσκυψε πάνω από τη λεπίδα και πέρασε αργά τη γλώσσα του από το αίμα, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί για την προέλευσή του. Ύστερα χαμογέλασε.

 

***

 

Λίγες ώρες νωρίτερα…

Φωτισμένες κολοκύθες ήταν διάσπαρτες στην αυλή της οικογένειας Bones. Ένας άντρας με χλωμό δέρμα, λευκά μαλλιά και καταγάλανα μάτια, ντυμένος στα μαύρα, τη διέσχισε. Ανέβηκε τα τρία σκαλιά και χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας. Η Stephanie Bones εμφανίστηκε στο άνοιγμα. Έδειχνε ταλαιπωρημένη, με μάτια κόκκινα και πρησμένα, σαν να είχε περάσει ώρες κλαίγοντας. Ο άντρας γνώριζε πως πράγματι έκλαιγε.

«Καλησπέρα, κυρία Bones».

«Καλησπέρα. Είστε ο κύριος…»

«Ήρθα να πάρω τη Millie».

Η γυναίκα συνοφρυώθηκε. «Τη…»

«Την κόρη σας».

«Πώς…»

Ο άντρας την κοίταξε βαθιά στα μάτια.

Η Stephanie έμεινε ακίνητη, με το βλέμμα καρφωμένο στο δικό του. «Την κόρη μου» επανέλαβε ύστερα από λίγο, σαν υπνωτισμένη.

«Ακριβώς».

«Millie!» φώναξε η Stephanie.

Αμέσως, ένα μικρό κορίτσι με μαύρα σγουρά μαλλιά εμφανίστηκε δίπλα της.

Ο άντρας έσκυψε για να βρεθεί στο ύψος της. «Γεια σου, Millie. Είμαι ο Damon. Θέλεις να έρθεις μαζί μου;»

Η μικρή ένευσε καταφατικά. Ο Damon την έπιασε από το χέρι και απομακρύνθηκαν, με τη μητέρα της να τους παρακολουθεί απαθής από την πόρτα.

 

***

 

Λίγο αργότερα, κραυγές άρχισαν να ακούγονται από το σπίτι των Bones· κραυγές που ενώνονταν με τις ξέφρενες φωνές και τα γέλια των μασκαράδων. Ήταν οι ίδιες κραυγές που ακούγονταν σχεδόν κάθε βράδυ· εκείνες που οι γείτονες είχαν μάθει να αγνοούν, κλείνοντας τα παράθυρά τους και δυναμώνοντας την ένταση της τηλεόρασης.

Κάποτε, μόνο ο Lance τις άκουγε πραγματικά. Κρυβόταν κάτω από το κρεβάτι του και υπέμενε τις μαρτυρικές ικεσίες της μητέρας του. Έσφιγγε τα χέρια πάνω στα αυτιά του, προσπαθώντας μάταια να μην ακούει. Μέχρι που, ένα βράδυ, οι κραυγές της αντικαταστάθηκαν από τις δικές του. Και ύστερα, όλα σώπασαν.

Εκείνη τη νύχτα του Halloween, ο νεαρός διέσχισε ξανά την αυλή του σπιτιού. Ανέβηκε τα σκαλοπάτια, άνοιξε με ευκολία την εξώπορτα και γλίστρησε στο σαλόνι. Ο πατριός του στεκόταν με την πλάτη γυρισμένη προς το μέρος του. Είχε αρπάξει τη Stephanie από τον λαιμό και την είχε στριμώξει στον τοίχο. Εκείνη προσπαθούσε απεγνωσμένα να ελευθερωθεί, μα τα χέρια του έσφιγγαν ολοένα περισσότερο.

Ο Lance τον πλησίασε αθόρυβα. Σήκωσε το μαχαίρι και το βύθισε στην πλάτη του, ξανά και ξανά και ξανά. Δε σταμάτησε παρά μόνο όταν ο άντρας σωριάστηκε στο πάτωμα. Το αίμα που ξεπήδησε είχε ποτίσει τα ρούχα του και είχε λερώσει το πρόσωπό του.

Η Stephanie γλίστρησε κατά μήκος του τοίχου, προσπαθώντας να ανακτήσει την αναπνοή της. Κοίταξε τον ακίνητο άντρα στα πόδια της κι ύστερα σήκωσε τα μάτια προς τον Lance. Για μια στιγμή, το πρόσωπό της έμοιαζε να φωτίζεται από μια αδύναμη, ανεξήγητη ελπίδα. Όμως αμέσως μετά τα μάτια της γούρλωσαν από τρόμο. Άνοιξε το στόμα της, μα δεν κατάφερε να αρθρώσει λέξη. Τον κοιτούσε σαν να αντίκριζε φάντασμα. Ο Lance στάθηκε για λίγο ακίνητος. Ύστερα έκανε μεταβολή κι απομακρύνθηκε, αφήνοντάς τη μόνη με τον νεκρό άντρα.

 

***

 

Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα…

Ο Lance στάθηκε μπροστά σε μια πέτρινη πλάκα και διάβασε το χαραγμένο όνομα πάνω της: Lance Bones, 2008–2023. Έμεινε να κοιτάζει για λίγο τις ημερομηνίες και πέρασε τα δάχτυλά του πάνω από τα γράμματα του ονόματός του. Ένα απαλό φτερούγισμα δίπλα του τον έκανε να αναπηδήσει. Ο ίδιος άντρας με τα λευκά μαλλιά, το χλωμό δέρμα και τα καταγάλανα μάτια στεκόταν τώρα στο πλευρό του.

Damon HellWay. Αυτό ήταν το όνομά του και ο Lance γνώριζε πολύ καλά ποιος ήταν. Του είχε προσφέρει μία και μοναδική νύχτα πίσω στον κόσμο των ζωντανών· μια ευκαιρία να εκδικηθεί εκείνον που του είχε στερήσει τη ζωή και να απαλλάξει τη μητέρα και τη μικρή του αδερφή από την τυραννία του. Το αντάλλαγμα ήταν η ψυχή του. Ο Lance είχε δεχτεί χωρίς δεύτερη σκέψη.

Τώρα, όμως, η νύχτα πλησίαζε στο τέλος της. Σε λίγο θα ξημέρωνε η πρώτη μέρα του Νοέμβρη και θα έπρεπε να επιστρέψει στον κόσμο των νεκρών. Αυτή τη φορά, όμως, εκείνος που τον είχε καταδικάσει δε θα έμενε πίσω. Ο Damon άπλωσε το χέρι του προς το μέρος του και ο νεαρός κοίταξε την παλάμη του. Ήξερε τι περίμενε από εκείνον.

«Η ψυχή μου» ψιθύρισε.

Ο Damon δεν απάντησε αμέσως. Έστρεψε το βλέμμα προς το τερατόμορφο πλάσμα που στεκόταν λίγο παραπέρα. Εκείνο είχε αφήσει το ματωμένο μαχαίρι και κρατούσε τώρα μια μαύρη μάσκα. Στα πόδια του, μια δεύτερη σκιά σερνόταν πάνω στο χώμα, δίχως να υπάρχει κανένα σώμα για να τη ρίχνει. Ο Lance την παρακολούθησε.

«Δε θα με πάρεις;» ρώτησε διστακτικά.

Ο Damon γύρισε και τον κοίταξε. «Απόψε μου αρκεί η δική του». Έδειξε προς τη σκιά που είχε αρχίσει να ξεθωριάζει.

Ο Lance έμεινε άφωνος. «Μα… είχαμε συμφωνήσει».

«Το γνωρίζω».

«Τότε γιατί;»

Ο Damon χαμογέλασε αμυδρά. «Δε χρειάζεται να γνωρίζεις τα πάντα, Lance».

Ο νεαρός χαμήλωσε το κεφάλι. Δεν ήξερε τι περίμενε να νιώσει όταν θα τελείωναν όλα: χαρά, ίσως, ανακούφιση. Αντί γι' αυτά, ένιωθε μόνο μια βαθιά κούραση, σαν να είχε περάσει ολόκληρη τη ζωή του περιμένοντας εκείνη τη στιγμή. Σήκωσε το βλέμμα προς τη μικρή του αδερφή, που έπαιζε ακόμη ανάμεσα στους τάφους με το χλωμό κορίτσι. Του χαμογέλασε ξανά και αυτή τη φορά ανταπέδωσε το χαμόγελό της. Δε θα χρειαζόταν πια να κρύβεται κάτω από το κρεβάτι της.

Ο Damon ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του. Ήταν ώρα να φύγουν.

 

***

 

Το επόμενο πρωί…

Ένα περιπολικό ήταν σταθμευμένο έξω από το σπίτι των Bones. Η εξώπορτα παρέμενε ανοιχτή και δύο αστυνομικοί συνομιλούσαν χαμηλόφωνα στην αυλή. Η Stephanie καθόταν στα σκαλιά του απέναντι σπιτιού, τυλιγμένη με μια κουβέρτα. Είχε περάσει τη νύχτα δίνοντας καταθέσεις, απαντώντας σε ερωτήσεις και προσπαθώντας να εξηγήσει όσα είχε δει. Κανείς δεν είχε καταφέρει να της εξηγήσει πού βρισκόταν η κόρη της. Κάθε τόσο, σήκωνε το κεφάλι και κοιτούσε τον δρόμο.

Ώσπου είδε τον Damon να πλησιάζει κρατώντας τη Millie από το χέρι. Η μικρή έσφιγγε πάνω στο στήθος της μια κούκλα με λευκές πλεξούδες, ολόιδια με το χλωμό κορίτσι που έπαιζε μαζί της το προηγούμενο βράδυ.

«Millie!» φώναξε η Stephanie και πετάχτηκε όρθια.

Η κουβέρτα γλίστρησε από τους ώμους της, μα δεν γύρισε να την πιάσει. Έτρεξε προς την κόρη της, γονάτισε και την έσφιξε στην αγκαλιά της. «Πού ήσουν, αγάπη μου; Πού ήσουν;» Η μικρή δεν απάντησε. Ακούμπησε το κεφάλι στον ώμο της μητέρας της, κρατώντας ακόμη την κούκλα της.

Η Stephanie σήκωσε το βλέμμα προς τον Damon. «Σας ευχαριστώ» ψιθύρισε με σπασμένη φωνή.

Εκείνος την κοίταξε για λίγο. Το βλέμμα του κατέβηκε στο κορίτσι, που είχε τυλίξει τα μικρά του χέρια γύρω από τον λαιμό της μητέρας του. «Μπορείτε να τη φροντίσετε σωστά από εδώ και πέρα» της είπε με νόημα.

Η Stephanie έσκυψε το κεφάλι. Έσφιξε ακόμη περισσότερο το παιδί της, σαν να φοβόταν πως κάποιος θα της το έπαιρνε ξανά. Ο Damon την παρακολούθησε για μια στιγμή κι απομακρύνθηκε.

Λίγα μέτρα πιο κάτω, ένας καλοντυμένος άντρας τον προσπέρασε. Ήταν ψηλός, με σκούρα μαλλιά και ένα ευγενικό συνηθισμένο πρόσωπο. Ο Damon αναγνώρισε αμέσως το πλάσμα της προηγούμενης νύχτας. Το τέρας είχε φορέσει το ανθρώπινο προσωπείο του. Για μια στιγμή, καθώς ο άντρας γύρισε το κεφάλι, κάτι μυτερό ξεπρόβαλε κάτω από τα μαλλιά του, λίγο πάνω από τον κρόταφο. Εκείνος πέρασε αφηρημένα το χέρι από το σημείο και η παράξενη προεξοχή χάθηκε.

Ο Damon τον παρακολούθησε να απομακρύνεται. Στον δρόμο, οι τελευταίοι μασκαράδες επέστρεφαν στα σπίτια τους, κουρασμένοι από το ξενύχτι. Κάποιοι είχαν ήδη αφαιρέσει τις μάσκες τους. Άλλοι τις κρατούσαν ακόμη στα χέρια. Ο άντρας αναμείχθηκε ανάμεσά τους.

Κανείς δεν του έδωσε σημασία.



Ερωδίτη Παπαποστόλου 🍁

 

Comments


bottom of page