top of page

Αγνοούμενος 🪽


29 Οκτωβρίου!Μέρα αφιερωμένη στους αγνοούμενους.


Αγνοούμενος!μιά λέξη άγνωστη για μας πριν το 1974.


Τώρα η λέξη αυτή έγινε ένα πυρωμένο καρφί,

που τρυπάει καθημερινά για 52 χρόνια.

Ψυχές που στερήθηκαν αγαπημένα τους πρόσωπα,

κι ακόμα αναζητούν την εξακρίβωση της τύχης τους.

Ψυχές που αιμορραγούν και το αίμα πνίγει την ψυχή τους,

γίνεται κόμπος και περιπλέκεται βαθειά μέσα τους ,

σαν φίδι φαρμακερό.

Το πιο δύσκολο κομμάτι της τουρκικής εισβολής....

Το πιο μεγάλο φορτίο θλίψης,απόγνωσης,αναζήτησης...

κάθε μάνας,συζύγου ,παιδιών που έχασαν τους δικούς τους,

χωρίς ένα σημάδι που βρίσκονται κ τι απέγιναν...

Αυτό το βαρύ φορτίο της ψυχής το κουβαλά μισό αιώνα και...τώρα.

Μιά καρέκλα πάντα αδειανή κι ένα πιάτο στο τραπέζι....

Και μιά μαυροντυμένη μάνα να περιμένει ,

με τα μάτια πάντα γεμάτα δάκρυα...

ξεχειλίζουν και τρέχουν σαν ποτάμι...που ποτέ δεν στερεύει.

Αδέλφια να περιμένουν....να τρέχουν,να ρωτούν...

να παρηγορούν τους γονείς τους με μιά ελπίδα κρυφή στη ψυχή....

Η ψυχή της μάνας περιμένει....52 χρόνια κι ακόμα περιμένει....ελπίζει...αναζητεί...

κι όμως αιμορραγεί κάθε στιγμή και η πληγή παραμένει ανοικτή....


Ένα ποίημα,

αφιερωμένο στην κάθε μάνα ,

κάθε πατέρα,

στην κάθε σύζυγο ,αδελφό,αδελφή,

που αναζητεί τον δικό της αγαπημένο άνθρωπο εκεί....


Δίπλα στο συρματόπλεγμα .....


Ο γιός μου είναι αγνοούμενος,

τι θα πεί αυτή η λέξη,

είναι πυρούμενο καρφί,

ο νούς δεν μπορεί να το ελέγξει.


Ένα πυρωμένο καρφί,

που στα σωθικά στριφογυρίζει,

και καίει από απελπισιά,

κι αυτό όλο φλογίζει...


Σπαρταράει η καρδιά,

και το μυαλό θολώνει,

τρέχει σαν ανεμοθύελλα,

η σκέψη της ματώνει....


Τα βήματα της αργά αργά,

σέρνει να συναντήσει,

δίπλα στο συρματόπλεγμα,

ποθεί ν’ αντικρύσει.


Λυγίζουνε τα πόδια της,

η σκέψη της θολώνει,

σκιρτά μέσα η ψυχή,

μισό αιώνα μαραζώνει.


Στήσανε συρματόπλεμα,

κι αυτό την εμποδίζει,

πώς να περάσει σκέφτεται,

και το μυαλό γυρίζει....


Σπρώχνει με τα χέρια της,

τα σείει να τα σπάσει,

ν’ ανοίξει δρόμο στη ψυχή,

να μπόρει να περάσει...


Τα χέρια της δεν σκέφτηκε,

τι κι αν αυτά ματώσουν,

το πόνο πούχει η ψυχή,

λίγο κι αυτά να νοιώσουν.


Σκεφτική κι αμίλητη,

μοιρολογεί και κλαίει,

λόγια ψυχής χωρίς φωνή,

λέει και ξαναλέει....


Πού να βρίσκεσαι μάτια μου,

πού ξέμεινες χαρά μου,

εγώ στο συρματόπλεγμα,

κι εσύ είσαι μακριά μου....


Τα μάτια μου θολώσανε,

απο τα δάκρυα μου,

πετρώσανε στα μάγουλα,

κι έχασα την χαρά μου...


Συρματοπλέγματα βαρειά,

χωρίσανε την γή μας,

τα βήματα μου ως εδώ,

ματώνει η ψυχή μας.


Σταθμός για μένα έγινε,

εκεί να περιμένω,

καθημερινή αναζήτηση,

εσέ για να προσμένω...


Πενήνταδύο χρόνια καρτερώ,

κι αγκάθια με τρυπούνε,

μα πάντα θα σε καρτερώ,

ότι και να μου πούνε...



Αντρούλα Θεοκλή Νικηφόρου 🌹

Comments


bottom of page