top of page

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΦΗΝΕΙ ΤΙΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΝΑ ΣΒΗΣΟΥΝ


ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΦΗΝΕΙ ΤΙΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΝΑ ΣΒΗΣΟΥΝ

Μια φορά κι έναν καιρό, στην άκρη ενός δάσους όπου οι λέξεις χάνονταν μέσα στην ομίχλη, περιπλανιόταν ένα κορίτσι που αγαπούσε να γράφει.

Κρατούσε τις ιστορίες του κρυμμένες μέσα σε ένα παλιό, μαύρο τετράδιο. Στις σελίδες του ζούσαν άνθρωποι που δεν είχαν γεννηθεί ποτέ, πλάσματα που παραμόνευαν στις άκρες των ονείρων και ιστορίες που περίμεναν υπομονετικά κάποιον να τις ακούσει.

Για καιρό, το κορίτσι ακολουθούσε ένα γνώριμο μονοπάτι. Ώσπου, μια νύχτα, η παλιά πύλη έκλεισε πίσω του με έναν βαρύ, μεταλλικό ήχο. Ο δρόμος του χάθηκε. Οι αναμνήσεις του σκεπάστηκαν από αγκάθια και τα ίχνη του εξαφανίστηκαν μέσα στη λάσπη και στα πεσμένα φύλλα. Αναγκάστηκε να ξεκινήσει ξανά από την αρχή, σε έναν τόπο άγνωστο, όπου κανείς δεν γνώριζε το όνομά του.

Και τότε, μέσα στη σιωπή, άρχισαν να ακούγονται ψίθυροι. Σέρνονταν ανάμεσα στα δέντρα και το ακολουθούσαν σαν σκιές. Το κορίτσι δεν μπορούσε να διακρίνει ποιος ή τι τους γεννούσε. Άκουγε, όμως, τα κλαδιά να σπάνε πίσω του και βαριές, τρομακτικές ανάσες να ξεφεύγουν ανάμεσα από τους κορμούς.

Τις νύχτες, οι ψίθυροι πλησίαζαν περισσότερο:

«Ίσως οι λέξεις σου να μην αξίζουν».

«Ίσως κανείς να μην περιμένει τις ιστορίες σου».

«Ίσως πρέπει να τις αφήσεις εδώ, να τις σκεπάσει η ομίχλη και να ξεχαστούν».

Κάπου μακριά ακούστηκε το ουρλιαχτό ενός λύκου. Δεν ήταν ένας συνηθισμένος λύκος. Τρεφόταν με την ανασφάλεια, τον φόβο και περίμενε υπομονετικά μέχρι οι ταξιδιώτες να χάσουν την πίστη στον δρόμο τους.

Το κορίτσι προσπάθησε να μην τον ακούσει, όμως το δάσος ήταν σκοτεινό και το ουρλιαχτό γινόταν ολοένα και πιο δυνατό. Ένα βράδυ, ο λύκος πλησίασε τόσο πολύ, ώστε τα νύχια του έξυσαν το χώμα ακριβώς πίσω από τα πόδια του.

Και τότε, μέσα στο σκοτάδι, φάνηκε ένα μικρό φως. Το κρατούσε μια γυναίκα που λεγόταν Εύα. «Έλα» είπε. «Γνωρίζω έναν τόπο όπου οι λέξεις δεν χρειάζεται να κρύβονται».

Το κορίτσι την ακολούθησε, χωρίς να γνωρίζει αν εκείνο το φως ήταν αληθινό ή ακόμη ένα τέχνασμα του δάσους. Πίσω τους, ο λύκος άρχισε να τρέχει. Τα κλαδιά έσπαγαν, τα δέντρα έτριζαν και κάτι τεράστιο σερνόταν μέσα στην ομίχλη. Η ανάσα του πλησίαζε, ενώ το ουρλιαχτό του έσκιζε τη νύχτα.

Ύστερα από λίγο, μέσα από τα γυμνά κλαδιά, εμφανίστηκε ένα μεγάλο, παλιό σπίτι. Οι πέτρινοι τοίχοι του ήταν σκεπασμένοι με κισσό και η σκεπή του χανόταν μέσα στην ομίχλη. Τα παράθυρά του, όμως, ήταν αναμμένα. Από το εσωτερικό ακούγονταν φωνές, γέλια και το απαλό θρόισμα των σελίδων.

Η Εύα άνοιξε τη βαριά ξύλινη πόρτα και το κορίτσι πέρασε μέσα. Μέσα υπήρχαν κι άλλοι άνθρωποι. Κάποιοι κάθονταν μπροστά σε παλιά γραφεία και έγραφαν κάτω από το φως των κεριών. Άλλοι διάβαζαν δυνατά ιστορίες, ενώ οι σκιές τους απλώνονταν στους τοίχους. Κάποιοι είχαν φτάσει εκεί πληγωμένοι. Μερικοί κουβαλούσαν ακόμη πάνω τους τη μυρωδιά του δάσους. Όλοι, όμως, κρατούσαν μια ιστορία.

Ο καθένας είχε διανύσει το δικό του μονοπάτι και κουβαλούσε τους δικούς του φόβους, τα δικά του όνειρα και το δικό του σκοτάδι. Κάποιοι έγραφαν για το φως. Άλλοι έγραφαν για όσα κρύβονταν κάτω από αυτό. Μερικοί έπλαθαν κόσμους γεμάτους ελπίδα, ενώ άλλοι άνοιγαν πόρτες προς δωμάτια που οι περισσότεροι φοβούνταν ακόμη και να κοιτάξουν.

Όταν ένας από αυτούς άρχισε να διαβάζει, οι σκιές έξω από το σπίτι υποχώρησαν. Όταν ένας άλλος μοιράστηκε την ιστορία του, το ουρλιαχτό του λύκου ακούστηκε πιο μακρινό. Κάθε λέξη που γεννιόταν μέσα στο σπίτι γινόταν ακόμη μία φλόγα. Κάθε ιστορία που έβρισκε τον δρόμο της προς τον κόσμο δυνάμωνε τους τοίχους. Κάθε φορά που κάποιος φοβόταν, οι υπόλοιποι στέκονταν γύρω του, μέχρι η σκιά του να πάψει να τρέμει.

Κανείς δεν προσπαθούσε να σβήσει το κερί του άλλου. Κανείς δεν δηλητηρίαζε το μελάνι του διπλανού του. Δεν υπήρχαν ψίθυροι ζήλιας κάτω από τις πόρτες ούτε χαμόγελα που έκρυβαν μαχαίρια. Ίσως επειδή όλοι είχαν συναντήσει τον ίδιο λύκο στο δάσος. Ίσως επειδή γνώριζαν πως έξω υπήρχε ήδη αρκετό σκοτάδι, δε χρειαζόταν να το αφήσουν να γεννηθεί και ανάμεσά τους.

Το κορίτσι κατάλαβε τότε πως η Εύα δεν είχε δημιουργήσει ένα καταφύγιο μέσα στην ομίχλη˙ μια μεγάλη παρέα˙ μια οικογένεια ανθρώπων που μπορεί να είχαν φτάσει από διαφορετικά μονοπάτια, αλλά είχαν βρεθεί γύρω από την ίδια φωτιά.

Και ο λύκος της αμφιβολίας; Παρέμεινε έξω από την πόρτα.

Μερικές νύχτες, το ουρλιαχτό του ακούγεται ακόμη κοντά στα παράθυρα. Περιφέρεται γύρω από το σπίτι, ξύνει τους πέτρινους τοίχους με τα νύχια του και κοιτάζει μέσα από τα τζάμια. Ψιθυρίζει πως κάποια μέρα τα κεριά θα σβήσουν, πως οι άνθρωποι θα στραφούν ο ένας εναντίον του άλλου, πως οι ιστορίες τους θα χαθούν και το σπίτι θα μείνει άδειο.

Όμως κανείς δεν του ανοίγει. Γιατί μέσα στο σπίτι υπάρχουν πια αρκετές φλόγες για να κρατήσουν μακριά το σκοτάδι.

Πέρασαν δύο χρόνια από τη νύχτα που εκείνη η πόρτα άνοιξε για πρώτη φορά. Δύο χρόνια γεμάτα ιστορίες, λέξεις, όνειρα και ανθρώπους που έμαθαν να στηρίζουν ο ένας τον άλλον χωρίς ανταλλάγματα.

Το κορίτσι στάθηκε μπροστά σε ένα από τα αναμμένα παράθυρα και κοίταξε το δάσος. Θυμήθηκε την παλιά πύλη που είχε κλείσει πίσω του, το μονοπάτι που είχε χαθεί και τους ψιθύρους που κάποτε το ακολουθούσαν. Τότε κατάλαβε πως ίσως τίποτα από όλα αυτά δεν είχε συμβεί τυχαία. Ίσως η πύλη που έκλεισε να ήταν απλώς ο τρόπος της μοίρας να το οδηγήσει σε εκείνο το σπίτι, σε έναν τόπο που δεν γνώριζε ακόμη πως αναζητούσε.

Και κάπως έτσι, η ιστορία συνεχίζεται˙ με καινούργιες σελίδες˙ με νέες φωνές˙ με λέξεις, δημιουργία και ανθρώπους που έμαθαν να χαίρονται αληθινά ο ένας με τη χαρά του άλλου.

Γιατί τα ομορφότερα παραμύθια δεν τελειώνουν πάντοτε με τη φράση: «Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα».

Μερικές φορές τελειώνουν με μια υπόσχεση: «Και όσο έξω απλωνόταν η νύχτα, εκείνοι συνέχιζαν να γράφουν όλοι μαζί».

Χρόνια πολλά στο Λόγω Τιμής για τα δύο χρόνια ζωής του!

Εύχομαι τα παράθυρά του να παραμένουν πάντοτε αναμμένα, η πόρτα του ανοιχτή και το φως του αρκετά δυνατό, ώστε να καθοδηγεί κάθε χαμένο ταξιδιώτη που περιπλανιέται μέσα στην ομίχλη, κρατώντας μια ιστορία σφιχτά στην αγκαλιά του.


Ερωδίτη Παπαποστόλου 🌹

 

Comments


bottom of page