top of page

Το Οδοιπορικό ενός Ασκητή

Μια Στιγμή, Μια Αιωνιότητα

Η άμμος γέμιζε τα σανδάλια του καθώς περπατούσε. Δεν ένιωθε πια το βάρος τους, ούτε τον ήλιο που έκαιγε τη ράχη του σαν φωτιά που έμοιαζε να ’ρχοταν από άλλον αιώνα. Η έρημος μπροστά του άπλωνε το κορμί της σαν παλαιός χειρόγραφος κύλινδρος – γεμάτη μυστικά, γραμμένη με τα σημεία της σιωπής και τα φωνήεντα της καρδιάς του. Το πρόσωπό του, σκαμμένο απ’ τον ήλιο και την αγάπη, δεν ξεχώριζε πια ανάμεσα στο χρώμα του χώματος και της ψυχής του. Είχε μάθει να ζει χωρίς τίποτα. Μα να προσφέρει τα πάντα.

Ο Αββάς Μακάριος

Άνθρωπος του βουνού και της πλατείας. Ερημίτης στην καρδιά, διακονητής στις πληγές των άλλων. Πορεύθηκε στη ζωή σαν εκείνος που κράταγε έναν χάρτη μισοσχισμένο, αλλά τον διάβαζε με τα μάτια της ψυχής του.

Τη μέρα έκτιζε σκήτες στις ψυχές των αδελφών του. Τη νύχτα άνοιγε τα μάτια στον ουρανό και έπλεκε κομποσχοίνι με τις ανάσες του. Ήταν εκείνος που περπατούσε ανάμεσα στους ανθρώπους, μα κοιτούσε πάντοτε πέρα απ’ αυτούς — εκεί όπου αρχίζει ο Θεός και τελειώνουν όλα τα άλλα.

Στον αέρα, μέσα στο θρόισμα των ακακίων, άκουγε τη φωνή του γέροντά του: «Να μην κρατάς τίποτα για σένα, παιδί μου… Ούτε τη χαρά. Ούτε τον πόνο. Όλα να τα δίνεις. Εκεί κερδίζεται η αιωνιότητα.»

Κι ο Μακάριος υπάκουσε. Έδωσε το ψωμί του, το νερό του, τη σάρκα και τον χρόνο του. Έδωσε και τη σιωπή του. Γιατί εκείνη – η σιωπή – ήταν η πιο ακριβή του περιουσία. Τον έβλεπαν οι άνθρωποι και έλεγαν: «Ένας φτωχός ασκητής.»

Μα δεν ήξεραν πως η ψυχή του ήταν πιο πλούσια απ’ όλους τους θησαυρούς του κόσμου. Ζούσε σε έναν δικό του κόσμο που δημιουργήθηκε με χάρη και ευλογία.

Σ’ ένα μικρό πεδίο, εκεί που τελείωνε η κατοικήσιμη έρημος, κάθισε μια μέρα μόνος του. Ήταν σιωπηλός, δεν μιλούσε. Μονάχα ύψωσε το βλέμμα στον ουρανό. Τα μάτια του δεν ζητούσαν πια· ευχαριστούσαν.

«Εσύ, που ήσουν πάντα μέσα στον άνεμο… σε άκουσα σε κάθε βήμα», είπε σιγανά.

«Σήμερα δεν προσεύχομαι. Σήμερα Σου επιστρέφω όσα μου έδωσες. Σου επιστρέφω την στιγμή μου. Για να την κάνεις Αιωνιότητα.»

Και τότε φύσηξε ο άνεμος.

Όχι δυνατός. Όχι βίαιος.

Μα απαλά, σαν να περπατούσε κάποιος δίπλα του ξανά.

Η φωνή του γέροντα του, καθαρή όπως κάποτε:

«Η στιγμή που προσφέρεται, δεν χάνεται.

Γίνεται δέντρο θαλερό που σκορπίζει τον αγέρα ολάκερης της πλάσης

Εσύ την άφησες. Ο Θεός την κράτησε.»

Ο Μακάριος γονάτισε, ακούμπησε το μέτωπο του στη γη. Δεν είχε ανάγκη πια από τον ατελείωτο χρόνο. Δεν είχε ανάγκη από λέξεις πιά…

Μια ανάσα μόνο — και ύστερα…

Σιωπή.

Μα όχι τέλος.

Γιατί η στιγμή εκείνη ήταν που έκλεισε τα μάτια του στον κόσμο

ήταν η στιγμή που άνοιξαν τα μάτια του σαν παραθυρόφυλλα διάπλατα μέσα στο φως της Αγάπης Του.

 

 

Η Μυστική Προσευχή του Αββά Μακαρίου

 

Κύριε,

δεν ζητώ να δω το πρόσωπό Σου,

αλλά να ακούσω τη σιωπή Σου.

Μάθε με να ανασαίνω τη χάρη,

να στέκομαι γυμνός στον άνεμο

και να χαίρομαι με την έρημο που μου έδωσες.

Πάρε το σώμα μου,

που δεν το χρειάζομαι πια.

Αλλά κράτησέ την ψυχή μου,

ως τον τελευταίο ήχο της καρδιάς,

που ακούει μόνο Εκείνος που σε αναζητά.

Και αν η στιγμή αυτή είναι η τελευταία μου,

είθε να γίνω φωτιά για τους αδελφούς μου.

Είθε η φλόγα της προσευχής μου να γίνει αιώνια,

και το φως που άφησα πίσω μου να φωτίσει τις καρδιές των ανθρώπων.

Άφησέ με, Κύριε,

να επιστρέψω στη Σιωπή που με γέννησε,

για να αναπαυτώ στην Αιωνιότητα

με την αγάπη Σου που με διαπέρασε.

 

«Ψιθύρισμα στην Αιωνιότητα»

Δεν ζήτησα ν’ ανέβω ψηλά,

μονάχα ν’ ακουμπήσω στο χώμα Σου.

Να γίνω σκόνη ευλογημένη,

πατημένη από τα βήματα των αγίων.

Δεν ήρθα να σε δω,

ήρθα να σε γευτώ

μες στη σιγή που τρέμει

σαν φλόγα σε νυχτερινό προσκυνητάρι.

Ήμουν έρημος και δρόμος·

σκιά και φως μαζί.

Σημάδι σε παλάμη Θεού,

ανάσα του Ανέμου.

Και τώρα

δεν επιστρέφω.

Απλώς διαλύομαι

μέσα Σου.

Σαν προσευχή που δεν ειπώθηκε,

μα έγινε Αέναο Σύμπαν.

 

© Μίνα Μπουλέκου

Συγγραφέας-Ποιήτρια  

 

Comments


bottom of page