top of page

"Το ναυάγιο"

Μια πονετική εξιστόρηση, ένα πικρό αφιέρωμα ψυχής στους ναυαγισμένους της ζωής, σ' αυτούς που η μοίρα όρισε λάθος διαδρομές στα μονοπάτια τους. ..Πώς να μην νιώθεις ένα ασήκωτο βάρος, μια θλίψη, συμπόνια στο συναπάντημα μαζί τους,  γι αυτούς τους ξέμπαρκους της ζωής που αθέλητα ή από λάθη προσωπικά καταντούν σκαριά ναυαγισμένα, απόκληροι της κοινωνίας και κατατρεγμένοι...

Ναυάγιο ζωής....

Μόλις το φέγγος της μέρας το χείλι σκάσει,

μια αχτίδα τρυπώνει στην ψυχή να τη δαμάσει...

Σηκώνεται αργά και το καπέλο βγάζει...

Μα τίποτα και σήμερα... τίποτα δεν τον βιάζει..

Θέλει να σκεφτεί... τον πόνο να δαμάσει...

Τα συν-τα πλην της ερημιάς να λογαριάσει...

"Ορκίζομαι, πως δεν θα ξαναπιώ!...

Δεν ξαναβάζω στο στόμα μου πιοτό.

Πρέπει αυτό, τώρα, εδώ να τερματίσει..

Μου κάνει κακό... Θα μ' αφανίσει.

Έτσι κι αλλιώς, είμαι ταπί και ρέστος!

Μα, αλί και από αγάπη νέτος...

Ο αέρας διαβαίνει τραχύς και βιαστικός,

το μάγουλό του ακουμπά, το μόνο χάδι,

μές στο αδιάβλητο της ζήσης του σκοτάδι.

Α! Κάποιος περνά... κοιτά το άδειο του καπέλο.

Στέκει και ξύνει με αμηχανία το τσερβέλο.

Και να, το  πρώτο χρήμα, ζεστό, του ρίχνει...

Ελεημοσύνη... ό,τι έχει ο καθείς του δίνει...

...Αρπάζει το καπέλο σφιχτά στην αγκαλιά του.

Σήμερα θα δώσει εκείνα που χρωστά.

Ψωμί ζεστό στην άδεια την κοιλιά του.

Σηκώνεται... μονολογεί... και περπατά...

Πως τον κατάντησε φύλλο έρμαιο η ζωή

μέσα στους πέντε δρόμους, δίχως σπίτι,

Χωρίς δουλειά, να ζητιανεύει, εδώ κι εκεί...

Με ψίχουλα να ζει σαν το φτωχό σπουργίτι...

Τις νύχτες να κοιμάται στου πόνου το παγκάκι.

Πως νιώθει βαρκούλα δίχως δέστρα...

"Αχ! ζωή, γιατί μου βγήκες τόσο ψεύτρα..."

Κορμί, χαμένο, ψυχή, ναυαγισμένη.

Φτερό ακυβέρνητο να ζει μέσα στη δίνη.

Μέσα του τα πάντα γίνανε ρημάδι,

και νιώθει της γης πως είν' απολειφάδι.

Αφού, η υπόληψη απ΄ τον ντουνιά εχάθη,

της κοινωνίας θαρρεί πως είναι κατακάθι...

Σκυφτός, μονολογεί...

Βαριά τα βήματα μέσα στη στράτα σέρνει

και όλα του τα βάσανα μέσα στο νου του φέρνει..

Μπόρες και άδικα δικά του κι άλλων αμαρτίες...

Και φτάνει εκεί που η ψυχή του, εν τέλει, θέλει.

Στο καπηλειό, να βλέπει σωτήρα το βαρέλι...

Και να ζητά απεγνωσμένα τον πόνο του να πνίξει,

παρέα με τον καημό... την άφθορη, την πλήξη...

Έτσι και πάλι, με την μπουκάλα αγκαλιά τα πίνει,

Κι άλλη μια αναβολή, στις ένορκές του υποσχέσεις δίνει...



Λιλή Βασιλάκη Δαφερέρα 🌹

Comments


bottom of page