top of page

ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΠΙΑΤΑΚΙ ΤΗΣ ΓΛΑΣΤΡΑΣ

 

Λάθος πυξίδες σε επικίνδυνους γκρεμούς

κι εκείνο το «απεριόριστο» που μας χρεοκόπησε

στέκει τώρα και μετρά καράβια

φορτωμένα χαλίκι.

Διστάζεις.

Κι όμως, γίνεται πάλι το αστέρι αστέρι

και το χέρι ξανά χέρι.

Έσκυψα, μάζεψα τις χίμαιρες απ’ τον κήπο,

τις έπλυνα, τις σιδέρωσα

τις χάρισα στον κόσμο.

«Τζάμπα πράμα τα όνειρα φέτος!»

Ύστερα ήρθε η Μοίρα.

Κάθισε απέναντι,

όπως κάθεται το νερό στα σκαλοπάτια,

κρατώντας το κιτρινισμένο τεφτέρι.

«Είμαι η ορίζουσά σου», ψιθύρισε.

Γέλασα.

Πόσο ασήμαντη φαίνεσαι,

δίπλα στα σκουριασμένα συρματόσχοινα.

«Άκου, κυρία μου», της είπα,

«το παιχνίδι το έστησες με σημαδεμένα χαρτιά,

αλλά απόψε αλλάζω τους κανόνες.

Δεν σε έχω ανάγκη.

Ώρα να οργώσει το φεγγάρι τον ουρανό.

Κράτα το πεπρωμένο σου για όσους φοβούνται το σκοτάδι».

Έσκυψα βαθιά,

εκεί που μένουν τ’ αποχτενίδια του ύπνου της,

εκεί που οι ρίζες της ιτιάς θυμούνται ακόμα

τον τρανό λάκκο των μεγάλων αποδράσεων.

Κι όταν το απορριμματοφόρο του σούρουπου

φάνηκε στη στροφή, δεν δείλιασα.

«Περίμενε!» του φώναξα.

Έριξα μέσα τα άχρηστα απομεινάρια,

τις αυταπάτες, τις παραγγελίες,

τα χρέη, τα νοτισμένα αστέρια.

Τώρα το παράθυρο μένει ορθάνοιχτο.

Η νύχτα μυρίζει καθαρό οξυγόνο και ρίσκο.

Μουλιάζει ο χρόνος στον νερόλακκο του δρόμου.

Το μικρό, χρυσό κλειδί της καρδιάς μου

δεν το κρατώ πια σφιχτά να ματώνει η παλάμη.

Το άφησα εκεί.

Κάτω από το πιατάκι της γλάστρας.

Όποιος αγαπά,

ξέρει πού να ψάξει.

Τα δυο γνώριμα αστέρια

ανάβουν τον προβολέα στον δρόμο.

Περιμένω το φως να μπει,

όπως μπαίνει το φιλί της γυναίκας

μέσα από το σκισμένο δέρμα.

Όπου να 'ναι κλείνει η στερνή πόρτα.

Τότε ξεκινάω.

Και αυτή τη φορά,

οδηγώ εγώ.



©2026 Παναγιώτης Κουμουνδούρος

 

Comments


bottom of page