top of page

Το εργαστήρι του παραμορφωμένου χρόνου...


Τα πολύχρωμα παιχνίδια ήταν παραταγμένα, σαν σιωπηλοί φρουροί, στο ράφι. Ένας ηλικιωμένος άνδρας, με πρόσωπο ροδαλό από τη ζεστασιά του τζακιού, πλησίασε. Τα στρογγυλά γυαλιά του καθρεφτίστηκαν στα γυάλινα, γαλάζια μάτια της πορσελάνινης κούκλας με τις αψεγάδιαστες ξανθές μπούκλες. Η μακριά, λευκή γενειάδα του αντικατοπτρίστηκε στη λαμαρίνα του τενεκεδένιου ρομπότ, που είχε ένα ανοιχτό στόμα και μάτια σαν μαύρα κουμπιά που κοιτούσαν το κενό με μια αλλόκοτη ακινησία.

Η αντανάκλαση της κατακόκκινης, σαν φλόγα, στολής του, εμφανίστηκε στο παράθυρο του ψηλού πύργου από Lego, που ήταν στημένος δίπλα στο τζάκι. Όρθωσε το σώμα, και κοίταξε γύρω του. Προχώρησε προς το τεράστιο, σκαλιστό έπιπλο και παρατήρησε τις μινιατούρες που υπήρχαν πίσω από τη τζαμαρία. Αυτοκινητάκια, ποδήλατα, σετ τσαγιού, ο,τιδήποτε μπορούσε να συλλάβει ο παιδικός νους βρισκόταν εκεί, φροντισμένο, γυαλισμένο και αιώνια καινούργιο.

Χαμογέλασε.

Έβγαλε από την βαθιά τσέπη του έναν τεράστιο, κιτρινισμένο πάπυρο, τον ξεδίπλωσε με προσοχή και σάρωσε με το βλέμμα του τη φετινή, μακροσκελή λίστα. Χάιδεψε τη γενειάδα του, σκεπτικός.

«Λίγος χρόνος απομένει» μουρμούρισε. «Κι όμως… ο χρόνος εδώ πάντα συρρικνώνεται».

Κούνησε το καμπανάκι που κρατούσε. Ένας στριγκός, φάλτσος ήχος διαπέρασε τη γλυκιά ησυχία σαν μαχαίρι.

Ο Μπέιν, ένα αγόρι οκτώ περίπου ετών, καθόταν κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Τα πολύχρωμα φωτάκια του λαμπύριζαν, σαν μακρινά αστέρια, μέσα στο σκοτάδι του σαλονιού. Η φωτιά στο τζάκι σιγόκαιγε, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα θαλπωρής και ασφάλειας.

Ξαφνικά, ένας μεταλλικός θόρυβος ακούστηκε από την καμινάδα. Η φλόγα στο τζάκι έσβησε απότομα, αφήνοντας πίσω της μόνο καπνό και κρύο. Το αγόρι σηκώθηκε με αργές κινήσεις και πλησίασε. Έσκυψε, χώνοντας το κεφάλι του στην καμινάδα. Ένιωσε ένα ισχυρό, κρύο ρεύμα αέρα, που μύριζε παλιό ξύλο και μπαγιάτικα γλυκά. Άρχισε να ουρλιάζει καθώς «κάτι» τον ρούφηξε απότομα, τραβώντας τον με ιλιγγιώδη ταχύτητα μέσα στο στενό, τραχύ πέρασμα. Προσπαθώντας μάταια να κρατηθεί από κάποια προεξοχή, έκλεισε τα μάτια του, περιμένοντας το τέλος αυτής της τρελής, κάθετης πορείας.

Τα άνοιξε την τελευταία στιγμή, όταν ένιωσε να βρίσκεται στο κενό. Πρόλαβε να απλώσει τα χέρια του, προτού σωριαστεί με έναν βαρύ χτύπο πάνω σε ένα ξύλινο, σκονισμένο πάτωμα. Ανασηκώθηκε με δυσκολία, λαχανιασμένος, και κοίταξε γύρω του.

Η ησυχία που επικρατούσε ήταν απόλυτη.

Η πρώτη εντύπωση ήταν ότι βρισκόταν μέσα σε μια αποθήκη παιχνιδιών. Κοιτάζοντας όμως καλύτερα, τρόμαξε. Τα παιχνίδια φαίνονταν παρατημένα, καθώς ήταν γεμάτα σκόνη και φθορά. Τα φορέματα από τις κούκλες ήταν σκισμένα. Τα φλιτζάνια του τσαγιού ήταν σπασμένα σε διάφορα σημεία και τα γρανάζια ενός ρολογιού-κούκου πεταμένα στο πάτωμα. Ήταν σαν ένα Νεκροταφείο Παιχνιδιών.

Ένας ανεπαίσθητος, ρυθμικός ήχος έσπασε τη σιωπή. Ήταν ένα "ταπ-ταπ-ταπ" που τον έκανε να αναπηδήσει. Αφουγκράστηκε προσεκτικά κι αφού εντόπισε την πηγή του, κατευθύνθηκε προς τα εκεί με δειλά βήματα.

Ο ήχος δυνάμωνε. Σε μια σκοτεινή γωνία, ένα αγόρι-κούκλα με κοντομάνικη μπλούζα και σορτσάκι κλωτσούσε μια μπάλα, που ήταν δεμένη με ένα σκοινί στο πόδι του. Όσο την κλωτσούσε, εκείνη απομακρυνόταν, για να επιστρέψει και πάλι πίσω με μια αφύσικη ορμή, λες και την συγκρατούσε ένα ελατήριο.

Μόλις έφτασε κοντά, η κούκλα σταμάτησε να κινείται και στράφηκε αργά προς το μέρος του. Ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα σιωπής, άνοιξε το στόμα της, αποκαλύπτοντας άσπρα, αλλόκοτα ίσια, αλφαδιασμένα δόντια˙ έμοιαζαν με δόντια ενήλικα σε πρόσωπο παιδιού.

Άρχισε να κινείται προς το μέρος του με αφύσικα μεγάλη ταχύτητα. Η μπάλα, ξεμακραίνοντας όλο και πιο πολύ από το πόδι της κούκλας, έφτασε τον Μπέιν και άρχισε να τον χτυπάει αλύπητα στα πόδια.

«Άου!» φώναξε εκείνος, κάνοντας μερικά βήματα προς τα πίσω.

Η κούκλα έγειρε το κεφάλι στο πλάι και άρχισε να τον κυνηγά, ενώ η μπάλα συνέχιζε να τον μαστιγώνει. Ο Μπέιν συνέχισε να οπισθοχωρεί, μέχρι που ένιωσε να ακουμπάει σε κάτι συμπαγές και ξύλινο. Έπεσε απότομα κάτω. Τη στιγμή που η μπάλα ήταν έτοιμη να τον χτυπήσει στο πρόσωπο, μια πόρτα πίσω του άνοιξε με ένα τρίξιμο και ένα δυνατό χέρι τον τράβηξε έξω από το δωμάτιο.

Το παιδί κατέβασε τα χέρια που είχε σηκώσει στο πρόσωπό του για να προστατευτεί και είδε τον Άγιο Βασίλη να στέκεται από πάνω του. Τον βοήθησε να σηκωθεί και τον έστησε στα πόδια του. Ο μικρός κοίταξε γύρω του, λαχανιασμένος.

Βρισκόταν σε ένα άλλο δωμάτιο˙ ένα δωμάτιο φωτεινό, όπου τα παιχνίδια ήταν καθαρά, περιποιημένα και αστραφτερά.

«Άγιε Βασίλη» άρχισε, προσπαθώντας να ξαναβρεί την ανάσα του «τι συνέβη; Πού βρίσκομαι;»

«Στο εργαστήριό μου, εκεί όπου ο χρόνος σταματά» έκανε εκείνος με τη βροντερή φωνή του. «Γνώρισες τον Τόμυ. Του αρέσει να τρομάζει τους επισκέπτες μας».

«Τον Τόμυ;, τραύλισε εκείνος.

«Ναι. Το αγόρι με την μπάλα», είπε απλά ο Άγιος Βασίλης. «Του έχω εξηγήσει πως δεν είναι σωστό να τρομάζει τους νεοφερμένους. Αρκετή τρομάρα θα πάρουν αργότερα, έτσι κι αλλιώς».

«Τι εννο...» άρχισε ο Μπέιν, αλλά ο Άγιος Βασίλης τον διέκοψε, τυλίγοντας τον σε μια ζεστή αγκαλιά.

«Πες μου, αγαπητέ Μπέιν», είπε αλλάζοντας τον τόνο της φωνής του, «Τι θα ήθελες να σου φέρω για τα Χριστούγεννα;»

Ο Τζακ, ακόμα σε κατάσταση σοκ, ανταποκρίθηκε ενστικτωδώς στην ερώτηση. «Θα ήθελα… θα ήθελα μια μούμια. Μούμια» επανέλαβε, κοιτάζοντάς τον στα μάτια.

«Περίεργη επιθυμία» πρόσθεσε ο Άγιος Βασίλης, χαμογελώντας πονηρά. «Αλλά ποιος είμαι εγώ να την αρνηθώ;»

Χτύπησε παλαμάκια. Από την οροφή άρχισε να κατεβαίνει μια λευκή, παχιά κορδέλα, σαν επίδεσμος. Οι κραυγές του Μπέιν αντήχησαν για λίγα δευτερόλεπτα μέσα στη σιωπή, πριν σβήσουν.

Λίγη ώρα αργότερα, ο Άγιος Βασίλης ξεδίπλωνε και πάλι τον πάπυρο. Είχε ξεχάσει να σβήσει τα τελευταία ονόματα.

«Μαρί – Ανν» είπε φωναχτά. «Πορσελάνινη κούκλα».

Στράφηκε προς την κούκλα με τα γαλανά μάτια και τις ξανθές μπούκλες και χαμογέλασε. Ήταν σίγουρος ότι έβλεπε το μικρό ξανθό κορίτσι με τα γαλανά μάτια να κλαίει αθόρυβα, και ακριβώς τότε, ένα μοναδικό δάκρυ σχηματίστηκε στο γυαλιστερό μάγουλο της πορσελάνινης κούκλας, πριν στεγνώσει αμέσως.

Διέγραψε το όνομά της από τη λίστα.

«Κριστόφ, ρομπότ!»

Κοίταξε το ρομπότ που στεκόταν ακίνητο. Μπορούσε να ακούσει τις βουβές κραυγές του σγουρομάλλικου αγοριού πίσω από τη λαμαρίνα του.

Διέγραψε το όνομά του.

«Ιζαμπέλ, μαγικό κάστρο»

Είδε το μικρό κορίτσι με τα κοτσιδάκια να χτυπάει τα χέρια του στο μικροσκοπικό παράθυρο του κάστρου από Lego, προσπαθώντας μάταια να δραπετεύσει. Διέγραψε το όνομά της.

Και τέλος…

«Μπέιν, μούμια!»

Στράφηκε προς το νεοφερμένο παιχνίδι, που στεκόταν ακίνητο δίπλα στο τζάκι. Μπορούσε να δει τα γουρλωμένα μάτια του αγοριού πίσω από τις λευκές γάζες και να ακούσει τις βουβές του κραυγές, καθώς δεν είχε συνειδητοποιήσει ακόμα πλήρως τη νέα του, αθάνατη μορφή.

Διέγραψε το όνομά του από τη λίστα.

Χτύπησε το κουδουνάκι του. Ο στριγκός ήχος ακούστηκε. Μερικοί τρομακτικοί τάρανδοι, με δέρμα τεντωμένο στα κόκαλα και κόκκινα, λαμπερά μάτια, εμφανίστηκαν από μια αόρατη πόρτα. Ήταν δεμένοι με αλυσίδες αντί για λουριά.

«Χο Χο Χο!», φώναξε ο Άγιος Βασίλης, με μια βροντερή, τρομακτική χαρά.

Ανέβηκε στο έλκηθρο, το οποίο γέμισε με τον θλιβερό ήχο του κουδουνιού και το τρίξιμο των αλυσίδων. Ξεκίνησε για το επόμενο όνομα της λίστας, αφήνοντας πίσω του το Εργαστήρι του Παραμορφωμένου Χρόνου και τα αθάνατα, σιωπηλά παιχνίδια του.

Και κάπου, σε ένα άλλο σαλόνι, ένα άλλο παιδί είδε ξαφνικά το τζάκι του να παγώνει.



Ερωδίτη Παπαποστόλου 🎈

Comments


bottom of page