top of page

ΤΗΝ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟ



Υψώθηκε η μαύρη νύχτα μου μέσα από το νερό

Την πανσέληνο

Η άγρια λίμνη που τρομαγμένη δεν κολυμπούσε,

απόκρυφα άρχισε αργά να φουντώνει

Αναρριχώταν στη στάθμη του σκοταδιού μου

Το εμπιστευόταν χωρίς φόβο

Βάζω το χέρι μου στο τρεμουλιάρικό της πέπλο

Το νερό της ανατρίχιασε

Κοιμισμένες ψυχές κάτω στο βυθό της

Άνθρωποι που θεωρούσαν τον κόσμο φωτόλουστο,

να εξακολουθεί να υπάρχει μοναχά την κάθε μέρα

Βουτηγμένοι στις σκυθρωπές συνήθειες,

με ασφυκτικές, κολλημένες επιθυμίες, σαβανωμένοι

Ρυτιδιασμένοι και γερασμένοι οι φόβοι


Υψώθηκε η μαύρη νύχτα της από το θολό νερό

Την πανσέληνο

Γοργόνα ήταν από πυκνό σκοτάδι

Νέα, θελκτική, με άψογες, ασημόλεπες φολίδες,

που διαλύονταν στο νερό σαν κομματάκια ερέβους

Εμφανίστηκαν μεμιάς τα γυμνά πόδια της

Τρεμάμενα, αδύναμα ,μα καλλίγραμμα κι ελεύθερα

Στάθηκε ορθή για πρώτη φορά μετά τόσα χρόνια

Δεν κούτσαινε και δεν πονούσε πουθενά

Χωρίς ουρά στο απόλυτο σκοτάδι

Το φεγγάρι το κατάπιε ο μουχλιασμένος βράχος της

Περπάτησε χωρίς νερό με τα καινά της πόδια

Ανώνυμη, μονάχη

Γυμνή σαν ωμή αλήθεια

Δεν είχε πει ποτέ, πως ερωτεύτηκε

Ούτε πως τρελά φοβήθηκε

Ούτε πως νιώθει τα βράγχια της γερασμένα

Λαχτάρησε ξοπίσω της τ΄ απορημένο, ακύμαντο νερό,

που περιμένει στωικά τόσα χρόνια,

να γίνει ο μύθος της, αλήθεια

Η μαλαματένια πανσέληνος έσταζε απάνω του

Η νύχτα μου πηχτά φωτίστηκε

Την δική της τη ρούφηξε ο πολυπλόκαμος βράχος


Ξημερώνοντας,

κάτι σαν σύρσιμο τεράστιας ουράς,

ήταν χαραγμένο στην άμμο

Προς την λίμνη!

Μαρτυρούσε τον μύθο

Στα χέρια μου σπαρτάριζε η μοναχή ψυχή μου

Πανσέληνος κι αυτή!



Άννα Κλαρίτη ❤️

Comments


bottom of page