top of page

Τα ρούχα...🪽


Automat είναι ένας πίνακας με λάδι του 1927 του Αμερικανού ρεαλιστή ζωγράφου Edward Hopper
Automat είναι ένας πίνακας με λάδι του 1927 του Αμερικανού ρεαλιστή ζωγράφου Edward Hopper

Μπορώ να σου μιλώ

μέσα απ’ το σύμπαν

που ακούει,

λες και θα ’ρθει να σε

βρει

να σου φέρει το δέρμα

μου, την αφή μου

μέσα απ’ το

τακτοποιημένο χάος.


Δεν ήρθες...


Αφήνω ανοιχτό το

παράθυρο•

σαν ενταφιάζομαι στις

λέξεις,

ποθώντας τον αέρα να

με συλλάβει

ή έστω ένα αλλόκοτο

σπουργίτι που ξέρει να

μιλά,

να φτάσω σε σένα

όπως φτάνει η βασανισμένη άνοιξη πριν το θέρος.


Κι άφησα τα ρούχα

στην καρέκλα,

όπως τ' αφήνουν οι

άνθρωποι.

Τα κοίταξα ώρα πολλή

σαν να είχαν ακόμα το

σχήμα σου.


Ξέρεις γιατί έρχεται η

άνοιξη πριν το θέρος;

Γιατί τα καλοκαίρια

ο πρώτος έρωτας

σκορπίζεται στις αμμουδιές

κι έρχονται οι επαίτες

της σάρκας

και σε αλωνίζουν

βάναυσα.

Κι εσύ δίνεσαι. Δίνεσαι

ατόφια.

Μαζί σου, δίνεις κι

εμένα.


Σήμερα κατέβηκα στην

αγορά.

Σου αγόρασα ένα

φόρεμα κόκκινο.

Δύο μικρά χρυσά

σκουλαρίκια,

σαν φαντάσματα

ακοής.

Δύο γόβες

ζωγραφισμένες,

για να σε προλαβαίνω.

Κι ένα άρωμα — Θεέ

μου —

από έναν πάγκο που έμοιαζε χθεσινός.


Ύστερα τα φόρεσα.


Δεν θα έρθεις να σε

στολίσω.

Έτσι τα φορώ εγώ για

σένα

και σε φαντάζομαι

ξανά πάνω στο κορμί

μου,

γυμνή και ενδεδυμένη.


Δεν είναι για να σου

μοιάσω.

Είναι για να νιώσω πώς

είναι να λείπεις.


Με αντίκρισε ένας

περαστικός —

είχε ζωγραφισμένο τον

εμπαιγμό στο βλέμμα.

Μα εγώ ξέρω:

πάντα φόραγα τα

ρούχα σου,

όσο εσύ τα έβγαζες

για να δίνεσαι στους

περαστικούς.


Σκέφτηκα να του πω

πως κάποτε

αγαπήσαμε.

Αλλά δεν έχει σημασία.

Έχει;


Είναι βαθύ το πλήγμα

της άγνοιας.

Κι έτσι τον θάνατο

διαλέγω να επαινώ,

αφού ο έρωτας έμεινε

ανήλικος στα στήθη,

νεκρός στο σπέρμα,

και στην πνοή μου —

άπνοος.


Μην τρομάζεις. Δεν θα

γυρίσω ποτέ.

Δεν έχω χρόνο.

Με νίκησε η πρώιμη φθορά.

Απόψε κατάλαβα

πως δεν ήσουν εσύ που

έφευγες.

Ήταν η αίσθηση ενός

ερωτευμένου θανάτου.


Θα μείνω σπίτι,

με τα ρούχα σου και τα

στολίδια φορεμένα.

Στον καθρέφτη που δεν σε αντίκρισε ποτέ.

Θα μου μιλώ,

να ακούω όσα θέλησα

κι όσα δεν πρόλαβες.


Ήμουν εγώ

που έμενα πίσω

με κάτι που δεν μου

ανήκε.

Μεθυσμένος...


Κι ύστερα θα δίνομαι,

με τη σειρά μου,

σαν εσένα,

στους εραστές σου.

Πραγματώνοντας τον πόνο —

αυτόν που με τρέφει

τόσα χρόνια.


Στο τέλος θα φωνάζω

«φύγε»,

σαν τότε που το ψέλλισες.


Εγώ το φωνάζω.



Και φεύγω ξανά.



Βασίλης Πασιπουλαρίδης 🪽

Comments


bottom of page