Σάλτο Μορτάλε
- ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΛΥΖΟΣ

- Jul 30, 2025
- 8 min read

Ήταν Απρίλιος του ‘42, Σαββατόβραδο. Είχαμε στήσει τη μεγάλη τέντα στα περίχωρα της Μαδρίτης, κοντά στη συνοικία Πορτάθγο. Η τοποθεσία μάς υποδείχτηκε από τον υπαρχηγό της τοπικής αστυνομίας, τον Εστεμπάν, έτσι μας συστήθηκε σε μια από τις τακτικές επισκέψεις του. Τα μάτια του είχαν κάτι το αταίριαστο. Η μία κόρη του ματιού ήταν σκουρότερη από την άλλη και μολονότι το έκρυβε με επιδεξιότητα, πότε χαμηλώνοντας το γείσο απ’ το πηλήκιο και πότε φέροντας διακριτικά τα δάχτυλα στα φρύδια, ήταν αδύνατο να μην το προσέξει κανείς. Χωρίς να ξέρω το γιατί, μου έδωσε άσχημη εντύπωση.
Γύρω από το τσίρκο απλωνόταν ένα λιβάδι με ψηλή χλόη. Η πρωινή δροσιά μούσκευε τα ξεφτισμένα μπατζάκια των παντελονιών μας. Εδώ κι εκεί, έβλεπες να ξεπετάγονται και ζωηρά κυκλάμινα· κίτρινα, άσπρα, βιολετί. Η Μαρσό, μάζευε σχολαστικά μερικά από δαύτα, σαν ήξερε που να σκύψει και ποια να κόψει, κι έπειτα τα έπλεκε με κληματσίδες περίτεχνα βραχιόλια. Τα έβαζε γύρω απ’ τους καρπούς ή τα περνούσε στους αστραγάλους της, πιστεύοντας πως έτσι θα έκρυβε μονομιάς τα σημάδια της.
Για να δει κανείς την πρωτεύουσα, έπρεπε να σκαρφαλώσει σε έναν κοντινό λόφο, ο οποίος απείχε μερικές δεκάδες βήματα από τα κλουβιά των θηρίων. Λίγες ήταν οι φορές που ‘χα σταθεί σ’ εκείνο το ύψωμα. Συνήθως τον επισκεπτόμουν τις νύχτες, όταν εξαιτίας της υγρασίας ο πόνος στα γόνατα με κρατούσε ξάγρυπνο. Κάπνιζα την πίπα και διασκέδαζα τη νύστα μου βλέποντας τα μακρινά φώτα των κεντρικών λεωφόρων. Ήταν λες και τ’ αστέρια του ουρανού είχαν ξεπέσει στη γη, και τρεμόπαιζαν μόνο για μένα. Αλλά αυτό, μικρή σημασία έχει πια. Ό,τι έχω σκοπό να διηγηθώ, αφορά κάτι άλλο, λιγότερο φωτεινό.
Εκείνη η βραδιά, θα ήταν και η τελευταία μας στην πόλη της Μαδρίτης. Ύστερα θα ξεστήναμε κάτω από την αστροφεγγιά και την επομένη, πρωί πρωί, το κομβόι με τον θίασο θα ανηφόριζε για τη Σαραγόσα. Το ακροβατικό μου νούμερο, επιλέχθηκε να είναι αυτό με το οποίο θα έκλεινε ο κύκλος παραστάσεων και όπως μου διαμήνυσε ο Αλφόνσο, ο ιδιοκτήτης του τσίρκου, θα έπρεπε να μείνει αξέχαστο στους Μαδριλένους.
Η σκηνή σκοτείνιασε και οι έντονες δέσμες φωτός δύο προβολέων έπεσαν πάνω μας. Καθώς ανέβαινα σβέλτα την ανεμόσκαλα, παρατηρούσα τις άγαρμπες κινήσεις που έκανε ο μικρός, προσπαθώντας να σκαρφαλώσει κι εκείνος στη δική του σκάλα. Τους είχα προειδοποιήσει, βέβαια, ότι ήταν πέρα για πέρα ανέτοιμος να ακροβατήσει στο τεντωμένο σχοινί. Δεν εισακούστηκα. Το να τρέμει κανείς από φόβο, ειδικά αν είναι ψηλόσωμος, θεωρείται μεγάλο μειονέκτημα στο επάγγελμά μας. Ο Γκρεγκ, ήταν ένας έφηβος Πολωνός, με λεπτό σουλούπι, κατάχλομη επιδερμίδα και μακριά χέρια. Δούλευε στο τσίρκο λίγες μόνο εβδομάδες ως βοηθός επιστάτη. Τον έφεραν ξαφνικά εκείνο το απόγευμα για να αντικαταστήσει την αδιάθετη, Μαρσό, δίχως να έχει προηγούμενη εμπειρία στον μετέωρο κόσμο της ισορροπίας. «Μικρέ, το βράδυ ανεβαίνεις, φρόντισε να με κάνεις περήφανο», του είχε πει ο Αλφόνσο, τραβώντας του επιδεικτικά το αυτί.
Βρισκόμασταν είκοσι μέτρα από το έδαφος, στεκόμασταν όρθιοι, ο ένας αντίκρυ στον άλλο, πατώντας σε ξύλινες πλατφόρμες. Ένα σχοινί, όχι πολύ παχύ, γεφύρωνε την απόσταση που μας χώριζε. Ο μικρός, κάποια στιγμή, έχοντας πάρει μια έκφραση απόγνωσης με κοίταξε σαστισμένος και κούνησε το κεφάλι. Σημάδι ότι αδυνατούσε να κάνει αυτό που δεν ήταν σε θέση να καταφέρει ούτως ή άλλως. Εκδήλωσα την αγανάκτησή μου μ’ ένα ξεφύσημα και ασυναίσθητα έριξα το βλέμμα χαμηλά, ψάχνοντας από συνήθεια το δίχτυ ασφαλείας. Χωρίς την προστασία του, το νούμερο είχε γίνει αρκετά ριψοκίνδυνο αλλά συνάμα πολύ δημοφιλές. Βλέπετε, το ενδιαφέρον των θεατών είχε ατονήσει με την πάροδο των ημερών, πράγμα που έφερνε όλο και λιγότερες εισπράξεις στο ταμείο. Έπρεπε, λοιπόν, να βρεθεί κάποιος τρόπος ώστε το τσίρκο να κερδίσει την επιβίωσή του. Έτσι, έπειτα από διαταγή του Αλφόνσο, αφαιρέσαμε κάθε δικλείδα ασφαλείας από τα «κόλπα», μέχρι και ο θηριοδαμαστής πείστηκε να παραδώσει το μαστίγιο, και παίζοντας τις ζωές μας κορόνα γράμματα, προσφέραμε την απολυτή εμπειρία. Το νέο μαθεύτηκε γρήγορα, η τέντα άρχισε να ξαναγεμίζει κόσμο και το άλλοτε αθώο θέαμα μετατράπηκε σε μια σύγχρονη ρωμαϊκή αρένα, που τώρα, απευθυνόταν μονάχα σε ενήλικες, κυρίως υποστηρικτές του καθεστώτος. Μέχρι εκείνη την ημέρα είχαμε σταθεί αρκετά τυχεροί και πέρα από κάποια επιπόλαια χτυπήματα, επιφανειακές αμυχές και αστεία καρούμπαλα, δεν μας είχε βρει μεγαλύτερο κακό.
Ο Γκρεγκ, έκανε το πρώτο βήμα πατώντας δειλά στην άκρη του σχοινιού. Προσπάθησε να τοποθετήσει το γυμνό πέλμα με τέτοιο τρόπο, ώστε να εξασφαλίσει την αναγκαία ισορροπία που απαιτούσε η δύσκολη συνέχεια. Από τις κερκίδες ακούστηκε το δυνατό χειροκρότημα των θεατών. Ο μικρός με ξανακοίταξε και ψελλίζοντας ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει, αποτραβήχτηκε στην ασφάλεια της επίπεδης σανίδας. Ευτυχώς, κανένας δεν αντιλήφθηκε τι είχε συμβεί. Πίστεψαν, φαίνεται, ότι όλα ήταν μέρος του ακροβατικού. Από την άλλη όμως, ο Αλφόνσο, τα είχε καταλάβει όλα. Έστεκε πίσω από τον μεγάλο μουσαμά, που σαν κουρτίνα θεάτρου χώριζε τη σκηνή από τα παρασκήνια, και παρακολουθούσε την κάθε άτολμη ενέργεια που κάναμε. Φυσικά, αν το ακροβατικό δεν ήταν επακριβώς όπως είχε σχεδιαστεί στις πρόβες, εκτός από την κατσάδα που μας έριχνε, έβαζε χέρι και στα πενιχρά λεφτά μας.
Ο Αλφόνσο Γκαρσία Μπομάντε, ήταν ένας μεσήλικας, παχουλός άντρας, με αραιωμένα μαλλιά και πλαδαρό πρόσωπο. Είχε κι ένα μακρύτριχο μουστάκι που ενίοτε το στριφογύριζε προς τα πάνω σαν τσιγκέλι για να προκαλεί τον θαυμασμό των άλλων. Κληρονόμησε το τσίρκο από τον θείο του, τον μέγα Μέρλιν της Καταλονίας, που τα μαγικά του νούμερα είχαν γίνει ξακουστά ως τα πέρατα της οικουμένης. Ο ίδιος, ο Χουντίνι, λέγεται, ότι είχε παρακολουθήσει πολλές από τις παραστάσεις και διατηρούσε στενή φιλία μαζί του. Όλα αυτά, βέβαια, ήταν ένα ξεχασμένο παρελθόν, περήφανες ιστορίες μιας άλλης εποχής όπου οι άντρες φορούσαν ψάθινα καπέλα και οι γυναίκες έκρυβαν τα κάλλη τους με επιδεξιότητα. Πλέον, κανένας θεατής δεν είχε όρεξη για περίτεχνες οφθαλμαπάτες.
Ο Αλφόνσο, είχε αποφασίσει από καιρό, ότι και τα αστεία σκετς του κλόουν ήταν μία αχρείαστη και άκρως περιττή ψυχαγωγία για τους πολύτιμους θεατές του. «Αν θέλουν να γελάσουν ας πάνε στο θέατρο», συνήθιζε να λέει. Τον γέρο Σαντιάγκο, λοιπόν, τον κράτησε στη δούλεψή του περισσότερο από πείσμα παρά από συμπόνια. Ήθελε μάλλον να του θυμίζει κάτι από τις παλιές εποχές και τον θείο του. Ίσως έπαιρνε ευχαρίστηση βλέποντας τον αποκαμωμένο πια κλόουν να τριγυρνάει στο τσίρκο ανίκανος για το οτιδήποτε. Ορισμένα βράδια, όπως ο Σαντιάγκο σκούπιζε το πάτωμα, θυμάμαι ότι τον άκουγα να παραμιλά, λέγοντας ότι όσοι κάθονται στα μπροστινά καθίσματα, είναι η χειρότερη φάρα του ανθρωπίνου είδους. «Απάνθρωπα κτήνη», αυτό μουρμουρούσε δείχνοντας τις παραμορφωμένες παλάμες του.
Ο Αλφόνσο, ποτέ δεν κατάφερε να αποκτήσει τη φήμη του συγγενή του. Ασχολήθηκε με την ταχυδακτυλουργία πραγματοποιώντας μονάχα απλοϊκά μαγικά κόλπα· όσο κι αν το παίδευε, φάνταζε ερασιτέχνης μπροστά στον μέγα Μέρλιν. Εκτός βέβαια, από εκείνη τη φορά, πριν από μερικά χρόνια, που για να κερδίσει την εύνοια του θείου του, μηχανεύτηκε ένα ταχυδακτυλουργικό τέχνασμα δίχως προηγούμενο.
Η Μαρσό, που παρίστανε τη βοηθό μάγων ακόμη, ήταν αλυσοδεμένη σε έναν πάσσαλο. Μπρούτζινες κλειδαριές, στο μέγεθος αντρικής παλάμης, ασφάλιζαν το ημίγυμνο κορμί της. Τουλάχιστον πέντε από δαύτες είχα προλάβει να μετρήσω, πράγμα ασυνήθιστα παράτολμο ακόμη και για τον πιο έμπειρο μάγο. Έστεκε στητή, ακίνητη, στη μέση της σκηνής, φορώντας μονάχα τα απαραίτητα, έχοντας παράλληλα καλυμμένα τα μάτια της. Ο Αλφόνσο την πλησίασε, κι αφού έκανε μία πομπώδη εισαγωγή, εξιστορώντας τα δεινά του Προμηθέα, στη συνέχεια, τοποθέτησε στο αλυσοδεμένο σώμα κομμάτια κρέατος. Με μία ανατριχιαστική ευχαρίστηση, σφήνωνε και ζουλούσε την τεμαχισμένη σάρκα ανάμεσα στις βαριές αλυσίδες. Οι λίγοι παρευρισκόμενοι, στέκαμε εμβρόντητοι, δείχνοντας ανίκανοι να τον σταματήσουμε. Ο μέγας Μέρλιν έσφιγγε το μπαστούνι του στρίβοντας τις γέρικες παλάμες στη λακαρισμένη επιφάνεια, ενώ εγώ, σαστισμένος από το πρωτόγνωρο συναίσθημα, είχα εστιάσει την προσοχή μου στις κόκκινες σταγόνες αίματος που αργοκυλούσαν στα καλλίγραμμα πόδια τής Μαρσό. Ο κλόουν δεν άντεξε το θέαμα και βγάζοντας ένα άσχημο γέλιο, χάθηκε στα παρασκήνια. Η συνέχεια ήταν η απόλυτη φρίκη· μία υπενθύμιση ότι ο τρόμος υπάρχει ασύνδετος γύρω μας, περιμένοντας υπομονετικά κάποιον να ενώσει τα κατάλληλα κομμάτια. Θα έπρεπε να είχαμε κάνει κάτι, έστω να ουρλιάξουμε από τα βάθη των σπλάχνων μας, αντ’ αυτού όμως, δεν βγάλαμε μιλιά.
Μετά από λίγο, ο Αλφόνσο κατευθύνθηκε πίσω από το αλυσοδεμένο σώμα της κοπέλας, σε σημείο που να μην είναι ορατός, και είπε με μια βέβηλη λυρικότητα: «Η τιμωρία των θεών θα πέσει επάνω σου». Ένα μεταλλικό κλουβί κατέβηκε απ’ την οροφή του τσίρκου και συγχρονισμένα με τα τελευταία του λόγια, φυλάκισε την άτυχη Μαρσό. Στη συνέχεια, πήγε και στάθηκε μπροστά στον θείο του, ο όποιος έδειχνε εκστασιασμένος και εξοργισμένος ταυτόχρονα. Με μια αδέξια κίνηση των χεριών, ο Αλφόνσο, έβαλε φωτιά στα κάγκελα του κλουβιού. «Αυτό που έκλεψες θα γίνει και η τιμωρία σου», είπε και απομακρύνθηκε. Ενώ η νεαρή Μαρσό φώναζε, εκλιπαρώντας να την απελευθερώσουμε, ξαφνικά, μία γιγαντόσωμη τίγρης, κουνώντας νευρικά την ουρά της, εμφανίστηκε πίσω από τον μουσαμά. Θα παραλείψω τα υπόλοιπα γεγονότα γιατί μέχρι και σήμερα μου προκαλούν σύγχυση, λέγοντας μονάχα, ότι την κατάλληλη στιγμή όρμησε ο Σαντιάγκο προς το κλουβί, δίνοντας τέλος στη φρικαλεότητα. Αυτήν ήταν και η τελευταία φορά που επιτράπηκε στον Αλφόνσο να έχει οποιαδήποτε σχέση με τα νούμερα. Για τα επόμενα χρόνια ασχολήθηκε μονάχα με την οικονομική διαχείριση του τσίρκου. Μέχρι που μια χειμωνιάτικη μέρα του ‘39, μας ανακοίνωσε ότι ο μέγας Μέρλιν είχε πεθάνει.
Βλέποντας πια, ότι είχε χαθεί και η παραμικρή πιθανότητα να πραγματοποιηθεί το ακροβατικό μας, τουλάχιστον με τον τρόπο που εκτελέστηκε στις πρόβες, αποφάσισα να αυτοσχεδιάσω. Το κοινό έδειχνε να δυσανασχετεί· τα κεφάλια τους είχαν πάρει από ώρα μια κλίση προς τα πάνω. Με ένα έντονο και παρατεταμένο χειροκρότημα έδωσαν για ακόμα μία φορά το έναυσμα. Τα πέλματά μου πάτησαν στο τεντωμένο σχοινί και η αρχή έγινε δίχως να γνωρίζω τη συνέχεια. Φτάνοντας στη μέση της απόστασης, με την απαραίτητη θεατρικότητα φυσικά, αφού κάθε τόσο υποκρινόμουν πως έχανα την ισορροπία μου, σταμάτησα και κοίταξα στις κερκίδες. Ένας άντρας, ντυμένος με στρατιωτική περιβολή, είχε γουρλώσει τα μάτια του καταπάνω μου ενώ ταυτόχρονα σφιχταγκάλιαζε τους ώμους μιας νεαρής γυναίκας, που με ανασηκωμένη την παλάμη της προσπαθούσε να κρύψει την αναστάτωσή της. Στο διπλανό κάθισμα, ο υπαρχηγός της αστυνομίας, είχε βγάλει το πηλήκιο και βλεφαρίζοντας γρηγορά με κοιτούσε παθιασμένα. Στο μεταξύ, ο μικρός, φαίνεται, θαύμασε τις ακροβατικές μου ικανότητες και σαν να πήρε θάρρος με αυτά που έβλεπε κι αμέσως βάλθηκε να με αποτρελάνει. Κουνώντας το χέρι, του έκανα νόημα να αφήσει στην άκρη την όποια παράλογη ιδέα είχε καρφωθεί στο κεφάλι του. Αν πριν λίγη ώρα ήμουν σχεδόν βέβαιος για την άσχημη κατάληξη που θα είχε το ακροβατικό μας, εκείνη τη στιγμή δεν είχα καμία αμφιβολία ότι η νεανική ηλιθιότητά του θα μας σκότωνε και τους δύο.
Ο ήχος από το κινέζικο τύμπανο ήχησε σε όλο το τσίρκο. Μερικοί θεατές ανακαθίσαν τρομαγμένοι στις θέσεις τους. Ο Αλφόνσο ξεπρόβαλε πίσω από τον μουσαμά και κραδαίνοντας στη μία παλάμη το μικρόφωνο και στην άλλη μέρος του καλωδίου, που η άκρη του χανόταν στα παρασκήνια, είπε: «Η πτώση στον Άδη, αγαπητοί μου». Κι ύστερα έδειξε ψηλά. Ο τόνος και η χροιά της φωνής του, αμέσως μου θύμισαν εκείνη την αλησμόνητη μέρα. Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο είχε κραυγάσει μπροστά στον θείο του όταν ελευθέρωνε την τίγρη.
Ένα ελαφρύ μούδιασμα ξεκίνησε από τα δάχτυλα των ποδιών μου και σιγά σιγά εξαπλώθηκε και στο υπόλοιπο σώμα. Οι χτύποι της καρδιάς άρχισαν να πληθαίνουν. Το σχοινί έμοιαζε με κλωστή που από στιγμή σε στιγμή θα κοβόταν. Το μουσικό όργανο ξαναήχησε, αυτή τη φορά με μεγαλύτερο θόρυβο, παρακινώντας με να προβώ σε μία απρόσεκτη κίνηση. «Στο διάολο εσείς και ο Φράνκο σας, ως εδώ», είπα και έκανα να γυρίσω στην ασφάλεια της σανίδας. Τότε, το σχοινί τραντάχτηκε βίαια. Μέχρι να καταλάβω τι είχε συμβεί, βρισκόμουν ήδη στο κενό. «Τι έκανες ηλίθιε!», πρόλαβα μονάχα να σκεφτώ.
Συνήλθα μετά από λίγα λεπτά μέσα σε μεγάλη οχλαγωγία. Γέλια, κλάματα, φωνές, χειροκροτήματα, ένα πραγματικό πανδαιμόνιο, είχαν γεμίσει εικόνες και ήχους τις θολωμένες μου αισθήσεις. Κάποιο νταβραντισμένο χέρι σήκωσε τον Γκρεγκ από το πάτωμα λέγοντάς του ότι ήταν καταπληκτικός. Σταθήκαμε απέναντι από το εκστασιασμένο πλήθος και ζαλισμένοι ακόμη, κάναμε μία βαθιά υπόκλιση. Για λίγο ένιωσα υπέροχα, το ίδιο φαντάζομαι αισθάνθηκε και ο μικρός. Μάλιστα, ο υπαστυνόμος, φανερά συγκινημένος, μας έβαλε να καθίσουμε στις μπροστινές θέσεις και για αρκετή ώρα δεχόμασταν πότε θερμές χειραψίες και πότε συγχαρητήρια, ενώ κάθε τόσο κάποιος μας τραβούσε τα μάγουλα τσιμπώντας τα με δύναμη. Μέχρι που κάποια στιγμή, όταν άρχισε να χαμηλώνει ο φωτισμός και να αποχωρούν οι θεατές, πρόσεξα ότι το πυροσβεστικό σεντόνι διάσωσης, που άλλοτε χρησιμοποιούνταν για τα σατυρικά σκετς, ήταν στρωμένο στη σκηνή και μισοσκέπαζε το μακιγιαρισμένο πρόσωπο του Σαντιάγκο. Γύρω του, είχαν σκορπίσει πολύχρωμα πέταλα λουλουδιών· κίτρινα, άσπρα, βιολετί. Δεν άργησα να διακρίνω το χέρι της Μαρσό.
Γιάννης Πολύζος




Comments