Προσκυνητής
- ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΣΙΠΟΥΛΑΡΙΔΗΣ

- 10 hours ago
- 2 min read

Είναι που για χρόνια σε ζητιάνευα
πιστεύοντας πως σάρκα τη σάρκα
θα χορτάσω.
Όλο κι άπλωνα το χέρι,
όλο κι άπλωνα την καρδιά.
Κράτησα ανέγγιχτη μονάχα την ψυχή,
σαν αόρατο πηνίο,
κι άφηνα να περιστρέφονται οι ουτοπίες,
βυθισμένος στο επιθανάτιο μοβ,
κλεισμένος στην κοινωνικοποιημένη μου μοναξιά.
Πίστευα.
Πίστεψα.
Σου έκανα χιλιάδες φορές έρωτα,
πότε με λέξεις
κι άλλοτε μέσα από το φεγγάρι.
Με τα τρεμάμενα από παιδί δάχτυλά μου
σε τολμούσα,
κι ήσουν σαν κρατήρας•
κρύα και χλωμή.
Αντιφέγγιζες.
Παράδοξο;
Ύστερα
μάζεψα όλες του κήπου τις παπαρούνες,
φτιάχνοντας νέο αίμα,
που άνθιζε κάτι άλλο από πόνο.
Μα ήταν τόσο φρέσκο που σάπισε,
τόσο κόκκινο που άσπρισε,
σαν τα γένια και τα μαλλιά μου.
Οι παπαρούνες
άλλο δεν γνώριζαν από το άνθισμα,
σαν την ψυχή μου
που άλλο δεν γνώριζε από την κατάθεση.
Αρχές του Ιούνη ήλθες,
σε μιαν απρόσμενη καταιγίδα,
κρατώντας το καλοκαίρι στα νύχια.
Θύμιζες πρόποση μέσα στην πτώση.
Κι όπως θα έπεφτες, όπως θα έπεφτα,
χάθηκαν οι γκρεμοί
κι απλώθηκαν οι θάλασσες.
Τι το ψάχνεις;
Ακόμα σε ζητιανεύω.
Δεν μου μένει τίποτα άλλο.
Ίσως ποτέ να μην υπήρξε κάτι άλλο.
Γιατί ξεχνώ πια,
κι είναι σημάδι των καιρών
να μη θυμάμαι
ό,τι δεν θυμάσαι,
ό,τι δεν λέγεσαι και λες.
Σήμερα βρέθηκα νεκρός
κάτω από ένα λουλούδι άγνωστο,
με σύνvεφα και προικιά του ουρανού,
με τα σκουλήκια που πεινούσαν γι' αγάπη.
Γι' αυτό πέθανα.
Για να ταΐσω τα σκουλήκια.
Είναι ζήτημα τιμής να μην αναστηθώ.
Γιατί μετά από κάθε ανάσταση
έρχονται ξανά τα καρφιά,
το στεφάνι,
η απιστία.
Κι εγώ, που χρόνια τώρα
κουβαλώ τον ανάλαφρο σταυρό σου,
βυθίζομαι ξανά στη γη
κι απλώνομαι.
Σαν καταριέμαι την ανάσταση,
ανάσταση γίνεσαι.
Κι εγώ σε κοιτάζω σαν όμορφο Ιούδα,
με τις δαντέλες των μαλλιών σου,
με τα χερούλια των χρυσών χεριών,
με το φεγγάρι,
κάνοντας υπομονή.
Υπομονή.
Όχι για να περάσει,
για να με σταυρώσεις ενόψει Αυγούστου,
κάτω από την πανσέληνο.
Είναι πιο όμορφος ο θάνατος εκεί.
Τι λες κι εσύ;
...
Βασίλης Πασιπουλαρίδης




Comments