top of page

Παρθενώνας 🌹


Παρθενώνας 

        Ω, Παρθενώνα! 

Στο βράχο σου, αιώνες, ίστασαι αγέρωχος, στητός!

Άχραντος, λαμπερός, απέριττος κι επιβλητικός! 

Με δέος σε θωρώ  και κλίνω μ' ευλάβεια το γόνυ! 

Κι αιώνες τώρα, σε, προσκυνούν όλοι της γης οι γόνοι!

Δίχως φειδώ, οι πιστοί για να σε καλλωπίσουν, 

από χώρες ξέμακρες ό,τι πολύτιμο για σένα προσκομίζουν.

Ξυλεία, ελεφαντόδοντο, πλουμιά, χρυσάφι,

απ' Αίγυπτο, Λίβανο, Λιβύη κι από Θράκη

κι από Πεντέλης μάρμαρα, λευκά αστραφτερά,

μ' αγάπης έργα, προς την Παρθένο θυσίες προσφορά.

Με πάθος, με μεράκι κι έμπνευση πολλή σε χρίσαν,

χάρη, μεγαλοπρέπεια, ομορφιά μ' απλοχεριά χαρίσαν!

Την οικουμένη με φως της αίγλης σου των φώτων,

σύμβολο σεβάσμιο και θείο στη ρήση των αιώνων.  

Η φύση δεν ηθέλησε ποτέ να σε μαυλίσει,

Μονάχα χέρια μιαρά και άπληστα σ' έχουνε συλήσει. 

Βάναυσα τα σπλάχνα σου, αλώθρησκοι βεβήλωσαν,

και τις μορφές, τις ιερές, πράξεις ολκής τις πλήγωσαν!

Μα, ακόμα κι έτσι, ναός υπέρλαμπρος, περικαλλής,

κόσμημα άφθορο στέφεσαι στον ομφαλό της γης! 

Την πιο μεγάλη, όμως, σκληρή κι ανίερη πληγή, 

Τόμας, κόμη του οίκου Έλγιν, διέπραξες, εσύ!

Άρπαγε, καπηλευτή, τι φοβερή αναλγησία!

Επαίσχυντη, αισχρή, φριχτή η ιεροσυλία.

Τίποτε ακέραιο στη θέση του δεν άφησες . 

Το σύμβολο το ιερό με μένος κατασπάραξες!

Κάλπικη σφραγιδα, τάχα, Σουλτάνου βάνεις

με ψεύτικο, ανυπόγραφο κι ανυπόστατο φιρμάνι, 

την κόμη της δικής σου χώρας με δόξα να στολίσεις,

πανάρχαιο της δόξας με φως Ελληνικό να ντύσεις!

Την Καρυάτιδα, γι αρχή, από τη βάση της ξηλώνεις

και τις βαθιές τις ρίζες της με δόλο φαρμακώνεις.

Στη γηραιά την Αλβιώνα, ως λάφυρο πηγαίνεις,

να δώσεις λάμψη στο μουσείο, να ομορφήνεις!

Ωχριούν τα ξόανα εμπρός στην πάγκαλη θωριά της.

Ζηλεύουν το παράστημα, τη λυγερή κορμοστασιά της!

Σε βάθρο ανεβασμένη, σε θέση, ναι, περίοπτη στημένη! 

Μ' αλί, πικρά μαντάτα, η κόρη στέκει δακρυσμένη... 

Απ'  τον ξεριζωμό της, είν' η καρδιά βαλαντωμένη

Της λείπει ο ήλιος ο Αττικός που τις ψυχές εξωραΐζει..

Ενώ, στην Αλβιώνα ο ουρανός, με συννεφιές μαυρίζει...

Η ξενιτιά της άλλαξε την όψη, της θλίψης έχει χρώμα, 

πονά και αποτάσσεται της ξένης γης το χώμα..

Το Ερεχθείο αναζητά την κόρη τη χαμένη

κι οι αδελφές της ίστανται με την ψυχή σβησμένη..

Δεν το αντέχουνε να ζει σε ξένη γη μαρμαρωμένη!...

 ~                                   

Και οι πανώριοι μαχητές Λαπίθων και Κενταύρων, 

φρίττουν για την ανάλγητη κλοπή των αετωμάτων. 

Την άδεια θέση τους κοιτούν μ' οργή κ' απορημένοι..

Ριγούν της ιστορίας οι νεκροί, αήττητοι και ηττημένοι...

Κι αυτά με δόλο, τάχα, για αποτύπωση σχεδίου, αφαιρείς

κι εν μια νυκτί για το βρετανικό μουσείο προχωρείς...

 ~                                       

Και η ζωφόρος, σκήπτρα τ' απείρου κάλλους της κατείχε,

την πομπή στα Παναθήναια η ίδια η αίγλη οδηγούσε!

Υφάντρες Αρρηφόρες με τη χρυσή εσθήτα προχωρούσαν 

και της Θεάς το πέπλο το ιερό, της προσφοράς κρατούσαν..

Άρματα, ιππείς, αρχόντοι, ιερείς και μουσικοί...

Τι ομορφιά, μεγαλοπρέπεια, πομπή φανταστική!

Γέροι και νιοι, βόδια κι άλογα, παιδιά, γυναίκες,

κριάρια κι όλοι της γης της Αττικής πολίτες!

Τόση ζωντάνια... Θεοί, λαός και φύση αντάμα, 

Που του Φειδία ο νους συνέλαβε το πιο σπουδαίο θάμα! 

Πάνω στο βράχο χτίζει, στα μάρμαρα πνοή λαξεύει...

Στο βράχο της Ακρόπολης, σαν φως διαφεντεύει!

~                                    

Ω, Θεοί!

Πώς ανέχεστε, το θάμα των αιώνων να άπτετε λειψό...!

Ψυχής κομμάτια σύλησαν κι έμεινε ανάπηρο, μισό! 

Και του Φειδία τρίζουν από μένος τα οστά του...

Ω, Θεά! 

Αναφωνεί μέσα απ' τα πληγωμένα σωθικά του..

Τα χέρια επάνω τείνει με πλέρια ικεσία...

Ω, Θεά! 

Μέγα σεβασμό σου έδειξα, ανείπωτη λατρεία... 

Δες, το έργο μου κατάντησε αφρόνων μαυσωλεία..

Εσύ, που μ' έκαμες δημιουργό με φώτιση δική σου,

Παλλάδα μου, στης θεϊκής και πάναγνης μορφής σου ,

πές μου, πώς βρίσκει αναπαμό, η αδέκαστη ψυχή σου;                             

~

Μα ένα είναι σίγουρο, η Θεά δεν μένει ανδρανής...

Τη μιαρή την πράξη, ολημερίς με γόο τη θρηνεί...

Το πνεύμα της τ' ανήσυχο κι η δίκαιη ψυχής της,

το δίκαιο αίτημα της, διακαώς, με veto απαιτεί... 

Ετσι, όπως ξεχύνεται μέσα από κάθε ελληνική ψυχή,

είναι δική της δύναμη, δική της προτροπή. 

Αυτή και οι θεραπαινίδες της ησυχασμό, δεν θα 'βρουν,

έως οι ιερόσυλοι, τα ιερά τα μέλη του ναού της, 

στις βάσεις τους με σεβασμό να επιστρέψουν..

Κι η επιστροφή  δεν είναι απαίτηση μονάχα Ελληνική

Έχει παγκόσμια απήχηση, μια γενική κατακραυγή!

Κι επικρίνει τη στάση την αδιάλλακτη, τη Βρετανική.

Ειναι κληρονομιά μας, δική μας, ιερή πολιτιστική!

Ω, ανίερε  Έλγιν, της ζώσας όψης μόλεψες τη μαγεία... 

Διό στα μαύρα τα κατάστιχα σε 'γραψε η ιστορία ...

               ~~~~~~~~~~~

Προδομένες καρδιές 

Οι λέξεις, τα λόγια που 'χουν ειπωθεί ,

τα όνειρα, οι όρκοι, οι υποσχέσεις,

χωρίς ποτέ να γίνουν πράξεις ,

μοιάζουν με φάκελλα, ερμητικά κλεισμένα, ,

από την άφωτη του χρόνου τη θωριά, 

νεκρά, ωχρά, κιτρινισμένα,

πάνω σε ράφια με ιστούς κι αράχνες ξεχασμένα...

Από κάποια χέρια και καρδιά,

που, ίσως, να νιώσαν προδομένα, 

μες στο ερμάρι του άστοργου καιρού, 

με πόνο ψυχής και θλίψης αφημένα ..

Μοιάζουν με πύργους χάρτινους ,

με γρίφους, λόγου παραμύθια, 

αφού ποτέ δεν γνώρισαν ,

αν θε να ήταν ψέματα, ή γίνονταν ποτέ αλήθεια...

Κι αν κάποτε απ' τη μοίρα ανοιχθούν, 

σε χρόνο περασμένο, από άσχετα χέρια και καρδιές,

στα σίγουρα, το δάκρυ τους θα χύσουν,

γιατί τα πήρε ο δρόμος του χαμού 

και τα 'ριξε σε ρέμα, θ' απορήσουν,

κι ένα "γιατί", πικρό γιατί, τα χείλη θα ψελλίσουν...

Πώς τη βουβαίνει τη φωνή, 

η παγωνιά στη ράθυμη τη σχέση 

και την κρατά μες στην ψυχή,

θρασύδειλα, υπόδουλη η σκέψη...

Μην είναι τα όρια μέσα στο νου φυλακισμένα..

Ορίζοντες οι ψυχές, τις πόρτες τους ν' ανοίγουν.

Ελεύθερα οι καρδιές στη γη να περπατούν

κι οι εγκλωβισμένες τους φωνές, διέξοδο να βρίσκουν,

τα όνειρα, τις σχέσεις να μην πνίγουν...

       



Λιλή Βασιλάκη ❣️

Comments


bottom of page