top of page

Οι Πυθίες 🪽


Απόσπασμα, από το βιβλίο μου "Ανώ" αναζητώντας ουρανό ..


"Οι Πυθίες"



Τι προετοιμασία,τί αναβρασμός, οργασμός ακατάσχετος κατείχε μάνα και κόρη. Από βραδύς χύσανε το καλάι και το πρωί περιμένανε εναγωνίως να το δούνε, να μαντέψουνε τα μελλούμενα. Τί τέλος πάντων, είχε αποφασίσει το καλάι-προφήτης. Τα σχέδια, που όλη την νύχτα κατασκεύαζε, ήτανε πολύπλοκα, περίτεχνα, αποκυήματα του πολύωρου βρασμού. Το πρωί, αλλόκοτες, φιγούρες κάνανε παρέλαση μπροστά στα περίεργα μάτια τους. Τα μελλούμενα, της ψυχής πεθυμιές, σαν οπτασίες ξεπροβάλλανε εμπρός τους, λόγια περίεργα χορεύανε στη γλώσσα τους σαν άλλες Πυθίες. Αμφίσημοι οι χρησμοί. Θα τους έστελνε γαμπρό! Όμως, θα ήτανε καλός; Θα είχε η τσέπη του λεφτά ή μεροκαματιάρης κι αυτός… Όνειρα, όνειρα, προσδοκίες κι η απαντοχή ορατή να καραδοκεί στη ψυχή τους πάνοπλη. Καμιά φορά, όμως, οι συμπτώσεις, διαβολικές, απρόσμενες. Σε κάνανε να αναρωτιέσαι, όπως αυτή τη σημερινή μέρα, πώς το μολύβι είχε μεταμορφωθεί σε κάτι που έμοιαζε αρκετά με καράβι;

-Νάτο! Δε μπορεί, με πλοίο μοιάζει! Ορίστε το σχήμα της καρίνας του, το κατάρτι του… μα, είναι απίστευτο! Είπε η Θεανώ κι έκλεισε με την παλάμη της το στόμα της, μένοντας εκστατική.

-Καράβι; λες βρε μάνα, δηλαδή, ναυτικός στη πόρτα μας; Μα, αφού σε νησί ζω, με τόσους ναυτικούς, τί άλλο να περιμένω; Φαίνεται, πως αυτό θα ‘ναι το ριζικό μου κι ένωσε τα δάχτυλα των χεριών της σαν σε προσευχή.

-Άμα είναι αυτό το γραφτό σου κόρη μου, τι να κάνουμε… Ό,τι γράφει, δεν ξεγράφει η μοίρα!

Ναυτικός, λοιπόν, καταλήξανε στο συμπέρασμα, όμως τι; Απλός ή κανένας καραβοκύρης; Ιδού η απορία, πώς να εντοπίσουνε την ακριβή του ιδιότητα; Δύσκολο, δεν ήτανε δα και Κασσάνδρες να το μαντέψουνε. Ας περιμένανε λοιπόν, κοντός ψαλμός Αλληλούια!

Η Ανώ, παρά το νεαρό της ηλικίας της, ήτανε αντίθετης άποψης. Δε πίστευε σε όλα αυτά, στο χύσημο του μολυβιού, στις χειρομαντείες, στις καφετζούδες, στα όνειρα, στα χαρτιά. Τί μπορούσε να ξέρει ένα χαρτί και το κατακάθι του καφέ σ ένα φλιτζανάκι; Τόσος σημαντικός προφήτης, γιατί κατέληγε στα απόπλυτα;* Τί μπορούσε να προφητέψει μια γραμμή στο χέρι; Αδύνατον! Όταν άκουγε τέτοιες συζητήσεις, κουνούσε με αποδοκιμασία το κεφάλι της κι ένα πονηρό, κοροϊδευτικό γελάκι διαγραφότανε στα ροδάνθηρα χείλη της. Το έβρισκε ανόητο! Πώς η γιαγιά, μια έξυπνη γυναίκα, πίστευε σε αυτά τα πράγματα, μα και η θεία της, νέα κοπέλα. Η κυρία Θηρεσία, που ήτανε δασκάλα και γειτόνισσα τους, έτυχε εκείνο το πρωινό, να έλθει επίσκεψη στο σπίτι τους. Δίδασκε σε σχολείο της πόλης. Την ώρα που έπινε το τραταμέντο* της γιαγιάς – βυσσινάδα- της δείξανε το μολυβένιο «καράβι». Εκείνη χαμογέλασε συγκαταβατικά και βρήκε την ευκαιρία, σαν δασκάλα που ήτανε,- ε, κάτι παραπάνω θα ήξερε από τις απλοϊκές γειτόνισσές της- άνοιξε συζήτηση σχετικά με τα έθιμα του Κλείδωνα. Α, σκέφτηκε η Ανώ, τώρα βρήκανε το «δάσκαλό» τους και στρογγυλοκάθισε στο σκαμνάκι. Ρούπι δεν κούνησε. Προσπαθούσε και την αναπνοή της να κρατήσει ακόμα, μη τυχόν και χάσει λέξη από τα λεγόμενα της… Ήτανε γεμάτη περιέργεια μα και φιλομάθεια. Τα πάντα την ενδιαφέρανε. Δεν έλεγε ο παππούς, πως τα βιβλία είναι σοφά; ε, και η κυρία Θηρεσία, σαν δασκάλα, που διαβάζει τόσα βιβλία, σοφή θα είναι, ολόκληρη ένα ανοιχτό βιβλίο. Όλοι λέγανε, πως με άριστα τέλειωσε την Ακαδημία… Αχ να μπορούσε κι εκείνη να γίνει δασκάλα, να γίνει ένα ανοιχτό βιβλίο, μια σοφή!

-Αγαπητές μου, Θεανώ και Μάγδα, δεν υπάρχουνε Κασσάνδρες σήμερα, να το ξέρετε και τους εξήγησε ακριβώς τι εννοούσε. Λοιπόν για τον Κλείδωνα θα σας πω, πως έχει τις ρίζες του από την εποχή του Ομήρου. Το σωστό του όνομα γράφεται με (η) που σημαίνει μαντικό σημάδι, προφητεία και όχι (ει). «Τι μας νοιάζει πως γράφεται» σκέφτηκε η Μαγδαληνή μισοκλείνοντας τα μάτια της… Ακόμα, συνέχισε η επισκέπτρια, η Θεά Κλήδωνα με τα χρόνια αποσύρθηκε σιωπηλά και έδωσε τη θέση της στον Άι-Γιάννη, αφ όταν, επικράτησε ο Χριστιανισμός, τον οποίο και επικαλείται ο λαός μας.

-Α, νάτο! Πέταξε η Ανώ απότομα.

-Ποιο « νάτο»; Ρώτησε η Μαγδαληνή, σμίγοντας με καχυποψία τα φρύδια.

-Αα, τίποτα, τίποτα, απάντησε αμέσως η Ανώ. Την κατσάδα την είχε στο τσεπάκι απ τη γιαγιά και τη Μάγδα, αν συνέχιζε. «Λαδικό, ε, λαδικό!» θα της πετούσε η Μάγδα. Απαγορευότανε να πλέκει σε συζητήσεις των μεγάλων. Πρέπει να μάθει να μην επεμβαίνει σε θέματα που δεν την αφοράνε, της λέγανε, γι αυτό σώπασε. Αλλά το μυαλουδάκι της συνέχισε. «Είχα δίκιο λοιπόν! Και ναι, σιγά, σάμπως κι ο Αι-Γιάννης τους φανέρωνε γαμπρό! Σκέψου, δουλειά που θα ‘χε αύριο με τόσες λεύτερες στην ουρά. Πού να τις προλάβει όλες!» Αλλά, πότε θα μεγάλωνε, να μπορεί να λέει τη σκέψη της φωναχτά; Μα και το «γλωσσού», βέβαια, το είχε η Μάγδα πάντα έτοιμο σαν την αλατιέρα στο τραπέζι Η κυρία Θηρεσία συνέχιζε την κουβέντα της ακάθεκτη... Κάθε τόπος έχει τα δικά του έθιμα σχετικά με τις ανύπαντρες γυναίκες. Σε πολλά μέρη της Ελλάδας, κουβαλάνε από το πηγάδι ή την πηγή το «αμίλητο νερό» και με ολόκληρη ιεροτελεστία, προσπαθούνε να δούνε στον ύπνο τους το μελλοντικό τους σύντροφο… Ξέρω θα μου πείτε, έτσι τα βρήκατε, έτσι συνεχίζετε. Αλλά, μην ξεγελιέστε, είναι αφέλεια να τα πιστεύετε. Η εκκλησία μας δεν τα δέχεται όλα αυτά, τα θεωρεί παγανιστικά, δουλειές του διαβόλου.

«Ξανά, νάτο!» Γι αυτό, λοιπόν, ήτανε άπιστη και υπερασπιζότανε τις απόψεις της. Και είχε δίκιο! Με τα χρόνια επαληθεύτηκε και κανένας με την ιδιότητα του ναυτικού, δεν πέρασε το κατώφλι τους, να έλθει να πάρει αλά-μπρατσέτα τη Μαγδαληνή και να φύγουνε να ησυχάσει κι εκείνη από το στριφνό της χαρακτήρα… Αλλά, για στάσου, η πρώτη δουλειά του άντρα της, ήτανε θαλασσινός! Λες; Μπας και είχε βγει προφητικό το μολύβι εκείνη τη χρονιά; Τι αστείο! Για φαντάσου!

Ανήμερα του Άι-Γιάννη του Κλείδωνα, που ανοίγει και κλείνει το κλειδί της τύχης, Θεανώ και Μαγδαληνή, μάνα και κόρη, δεν καμφθήκανε από τη αναφορά της δασκάλας. Εκείνη είχε τις απόψεις της κι εκείνες τις παραδόσεις τους…

Την Ανώ, όμως, περισσότερο την ενδιέφερε, το πιο όμορφο έθιμο του Κλείδωνα, οι φωτιές, ο αφανός, γι αυτό το λένε και Αφανιστή. Σύμφωνα με τη φωτιά και πάντα με τα λόγια της κυρίας Θηρεσίας, «απαλλάσσονται οι άνθρωποι από το κακό, γίνεται κάθαρση. Της άρεσε η λέξη «κάθαρση», καθώς και το… ξεκαθάρισμα. Στρώμα οι πευκοβελόνες τους περιμένανε κάτω από τα πεύκα. Έπρεπε επειγόντως να τις μαζέψουνε. Αρματωθήκανε με τσουβάλια και άρχισε η εκστρατεία του μαζέματος. Τα κατάξερα, λογχοειδή φύλλα τους σα βελόνες τους αγκυλώνανε τα χέρια, μα τι τους έμελλε; Μπρος τα κάλλη τι ‘ναι ο πόνος; λέει η γιαγιά. Θα το ξεχνούσανε, όταν θα φτιάχνανε τον τεράστιο αφανό τους. Μετά θα τον ανάβανε και θα καμαρώνανε τη φωτιά, να βγάζει τις πύρινες γλώσσες της, μέχρι να καταλαγιάσει η μανία της και ν’ αρχίζουνε να πηδάνε, περνώντας από πάνω της. Τι φωνές, τι αλαλαγμοί. Το χωράφι δίπλα τους ευλογημένο, πρόθυμο για όλα τα παιχνίδια τους και τα έθιμα. Καθαρισμένο από τα γύρω ξερόχορτα, περίμενε να δεχθεί τη σωρό τους για τη θυσία. Τι βράδυ και αυτό! Μαζευτήκανε όλα τα παιδιά της γειτονιάς και η Μαγδαληνή μαζί τους ευχαριστημένη, αφού το μολύβι είχε μιλήσει. Η γιαγιά από την πολυθρόνα της, κάτω από τη Μιμόζα σταθερά, επέβλεπε διακριτικά. Πότε δεν ξέρεις μέσα στην παιδική τους τρέλα, τι θα μπορούσε να συμβεί… Φύλαγε τα ρούχα σου, να ‘χεις τα μισά.



Λιλή Βασιλάκη Δαφερέρα 🪽



Comments


bottom of page