top of page

Ο τελευταίος λυγμός


Απέμεινε μόνο,

σκονισμένο σε ένα ράφι.

Κάποτε έλαμπαν πάνω του

περίτεχνα σχέδια από φίλντισι.

Ξεκολλούν κι αυτά

καθώς σκεβρώνει με τα χρόνια

και πέφτουν ένα ένα,

σβήνοντας την ομορφιά του,

σαν να μην υπήρξε ποτέ.


Μα η μνήμη του άφθαρτη απ' τον καιρό.


Θυμάται κάποια χέρια

που σε κάθε γιορτή και γλέντι

το αγκάλιαζαν τρυφερά.

Και τότε ξεχύνονταν από μέσα του

γλυκόλαλες μελωδίες

ντύνοντας πονεμένους στίχους

ή μελώνοντας λόγια αγάπης,

που παρέσυραν τους χορευτές

σε χορούς γεμάτους πάθος.


Μα τώρα τα χέρια έφυγαν...


Κι εκείνο σκεβρώνει όλο και πιο πολύ,

καθώς τα χρόνια περνούν βουβά.

Η σκόνη γέμισε το αντηχείο του.

Την ένιωσε να το γαργαλά.

Φταρνίστηκε και μια χορδή του,

αδούλευτη και σκουριασμένη,

έσπασε ξαφνικά

με έναν τσιριχτό ήχο,

όμοιο με λυγμό.


Κι έπειτα απέμεινε βουβό.


Έκλεισε τα μάτια.

Προσπάθησε να κοιμηθεί.

Μήπως έτσι περάσει

πιο γρήγορα ο καιρός.

Ίσως να νιώσει

ξανά εκείνα τα χέρια

να αγγίζουν τις χορδές του

και ίσως μπορέσει

να τραγουδήσει ξανά.



Νίκη Μαντζαβίνου 🌹



Comments


bottom of page