"Ο Κιοτής"
- ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΡΑΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ

- Mar 30
- 3 min read

Ήτανε κάποτε ένας χωρικός με ένα γάιδαρο που τον φώναζε «Κιοτή» (δηλ. δειλό).
Και πολλές φορές το ζωντανό, έδειχνε να φέρνει επάξια το όνομά του.
Ο μπαρμπα-Αναστάσης, (το αφεντικό του γαϊδάρου), πήρε τον κιοτή κι’ ανηφόρησε στο ξέστρατο για να γιομίσει δυο κοφίνια από σύκα, να τα πάει στην αγορά.
Αυτή ήταν η δουλειά του μπάρμπα, να βρίσκει τροφές της φύσης, όπως μούρα, μανιτάρια, βατόμουρα, κούμαρα, σύκα και χόρτα, να γεμίζει τα δυο κοφίνια του από δαύτα και να τα πηγαίνει στην αγορά, στους εμπόρους.
Δεν έβγαζε πολλά λεφτά, παρά μόνον όσα ήταν μεγάλη του ανάγκη να υπάρχουν.
Έτσι και τότε.
Κατηφόριζε το λόφο που έφτανε μπροστά στην είσοδο του χωριού, που γινόταν κάθε Πέμπτη το παζάρι. Εκείνη την ώρα, χτύπησε το ρολόι του Άη-Μηνά.
Μία, δύο ,τρεις καμπανιές κι αμέσως ο γάιδαρος, γκάρισε πολύ δυνατά και κλώτσησε τα πίσω πόδια του στον αέρα.
Τα κοφίνια αναπήδησαν στη ράχη του και τα μισά σχεδόν σύκα, χύθηκαν κάτω.
Ο μπαρμπα - Αναστάσης, αλάφιασε και μάλωσε το ζωντανό, λέγοντάς του πως κιότεψε τελείως που του έριξε κάτω την πραμάτεια.
Ύστερα, μάζεψε τα πεσμένα σύκα, ένα-ένα, προσπαθώντας να γεμίσει πάλι τα κοφίνια, βάζοντας μέσα και τ’ άλλα που είχαν χτυπηθεί απ’ το πέσιμο, αλλά κάτω απ’ άλλα τα καλά.
Αφού τα τακτοποίησε όλα, συνέχισε το δρόμο για το παζάρι, σιγανομουρμουρώντας σ’ όλη τη διαδρομή ότι αυτά είναι το βιός και η ζωή του. Φτάνοντας εκεί, έψαξε για τους εμπόρους φρούτων κι’ αφού παζάρεψε την πραμάτεια του, πήρε τα χρήματα, τα έβαλε στο πουγκί του και ξεκίνησε για το χωριό. Καθώς πλησίαζε στο σημείο που ο γάιδαρος έριξε κάτω τα σύκα, του επιτίθενται δύο ληστές και του παίρνουν το ..γάιδαρο.
Ο μπάρμπας, έντρομος αλλά και λίγο χαρούμενος που δεν του πήραν τα χρήματα, συνέχισε και έφτασε στο χωριό.
Διηγήθηκε στους χωριανούς τι έπαθε και κυρίως ότι δεν του πήραν τα χρήματα οι ληστές.
Πέρασε ένας μήνας από τότε.
Ο μπαρμπα - Αναστάσης μαράζωσε. Γιατί δεν ήταν που του έλειψε ο γάιδαρος, δε μπορούσε και να μεταφέρει πια, τίποτα, όπως πριν με τον Κιοτή. Φορτωνόταν ένα κοφίνι, το γέμιζε μισό και με πολύ κόπο, κάνοντας τρεις και τέσσερεις φορές περισσότερο χρόνο στο δρόμο, έφτανε στο χωριό. Μετά, έπρεπε να ξεκουραστεί και την άλλη μέρα πρωί-πρωί να ξεκινήσει για το παζάρι.
Μια μέρα δρόμος, το βράδυ κοιμόταν κάτω από ένα δέντρο και την επόμενη το πρωί έφτανε με τη λειψή πραμάτεια του στους εμπόρους. Τα προϊόντα του, ήταν πια, τριών ημερών και δεν πληρωνόταν καλά. Στο δρόμο φοβόταν, στη δουλειά κουραζόταν κι’ έτσι άρχισε να καταλαβαίνει πως ο γάιδαρος ήταν το πολύτιμο που του είχαν κλέψει κι’ όχι τα χρήματα.
Είχαν περάσει τρεις μήνες. Ο μπάρμπας, μαράζωνε ακόμα πιο πολύ. Είχε γεράσει σα να ‘χανε περάσει τρία χρόνια. Μια μέρα, με το μισό κοφίνι γεμισμένο βατόμουρα, ξεκίνησε για το παζάρι. Ο ήλιος ήταν πολύ δυνατός και ίδρωνε και ξεφυσούσε. Σταμάτησε πολλές φορές για να ξαποστάσει. Εκεί που του είχε συμβεί το κακό, άρχισε να νιώθει περίεργα. Σαν κάποιος να τον παρακολουθούσε. Ξάφνου δυο άντρες ξεπετάγονται μπροστά του και λένε:
-Εσύ είσαι που του πήραμε το γάιδαρο; Λέγε, εσύ είσαι;
Ο μπαρμπα - Αναστάσης, έγνεψε καταφατικά, μέσα σε δισταγμό και φόβο.
-Πάρτονε πίσω, δε μας κάνει, είπε ο ένας.
-Πάρτονε, είναι τελείως κιοτής, συμπλήρωσε ο άλλος. Απ’ όταν τον πήραμε , μας έφαγε η κακοτυχία. Μας κλέψαν κι’ εμάς.
Και λέγοντας αυτά, του δείχνουν το δέντρο που είχαν δεμένο το γάιδαρο και χάνονται μέσα στα δέντρα.
Ο μπάρμπας, έκανε ώρα για να συνέλθει απ’ το αναπάντεχο. Μετά, παράτησε κάτω το κοφίνι κι’ έτρεξε να δει.
-Ο Κιοτής! Αναφώνησε.
Τόση χαρά δεν είχε ξανανιώσει.
Τον αγκάλιασε με μεγάλη πεθυμιά κι’ ένα δάκρυ κύλησε απ’ τα μάτια του.
Ο γάιδαρος κτύπησε τα δυο του πίσω πόδια δυνατά στον αέρα και γκάρισε ευτυχισμένος.
Πέρασαν τουλάχιστον τέσσερα με πέντε χρόνια από τότε που συνέβησαν αυτά. Ο μπαρμπα - Αναστάσης και ο Κιοτής, που τώρα πια όλοι τον φωνάζουν Τάσο, συνεχίζουν τη ζωή τους όπως πριν.
Μα κάθε φορά που φτάνουν στο σημείο των ληστών, ο μπάρμπας τον αγκαλιάζει ,τον φιλάει και του λέει όσα καλόλογα μπορεί, γιατί αυτός ήταν ο πραγματικός θησαυρός της ζωής του.
Κωνσταντίνος Καραμπερόπουλος 🍁




Comments