top of page

Νοσταλγία


Συχνά πιάνει την ψυχή μια νοσταλγία ...

Ειδικά, αυτές τις δύσκολες μέρες που διανύουμε, ξεφυτρώνει σαν πρωτοπέταχτο, ανυπόμονο χορταράκι στις πρασιές της ψυχής. 


Ξέρω ότι θα συμφωνήσουν πολλοί φίλοι με τούτη την αράδα,

γιατί μια νοσταλγία τους κατατρώγει διακαώς το νου και την ψυχή, 

να θέλουν να ξεφύγουν από τα δεσμά του εμπάργκο που μας έχουν επιβληθεί και να μην μπορούν. 

Εδώ, σήμερα, βρέχει...

Βρέχει μια μελαγχολική βροχή, όπως όταν δακρύζει η ψυχή από πόνο...

Είπα, λοιπόν, να την ταξιδέψω, να την πάω έξω, μακριά απ' τη μιζέρια και τα χνώτα της κλεισούρας, 

έστω, νοερά κι ας είναι ουτοπικό το ταξιδι της, όπως τόσα ταξίδια της ζωής, άλλωστε...

Ποια η διαφορά, θα μου πείτε... 

Αλλά, ας μην μεμψυμοιρούμε...

Ας παρακάμψουμε τούτη την απαισιόδοξη σκέψη κι ας πάμε μαζί σε τούτο το ταξίδι ...  



 Νοσταλγία 




Έξω στ' ακρόθυρα του νου,

μια σκέψη πεταχτή

μου έπιασε κουβέντα...

Γοργόποδη αστραπή, 

σαν χελιδόνι πρωτοπέταχτο, 

μου σπάθισε τα νώτα,

αίφνης με σκέφτηκε

και χτύπησε την πόρτα...

Μου 'πε, κρυώνει μοναχή

και σκέπασμα των λόγων μου,

παρηγοριά κι υποταγή γυρεύει..

Ζητά να μπει σε μια γωνιά,

για λίγο στην ψυχή, 

μονάχα μια σταλιά...

Της άνοιξα κι εκεί,

με λέξεις μαγειρεύει...

"Αύριο-το λόγο αρχινά

και πάντα βιαστική 

τις λέξεις αναδεύει-

μου σφήνωσε ιδέα φαεινή

- μου λέει- στην ψυχή

κι εκδρομή στο καταχείμωνο γυρεύει...

Πήρε τον δρόμο της καρδιάς

και ρίζωσε...

Αχ πόσο με παιδεύει!...

Λέω, να πάω στο βουνό, 

στην ράχη του σαν άνεμος

ψηλά να σκαρφαλώσω

και λίγο γαλάζιο ουρανού

μες στην ψυχή να στρώσω... 

Την χλόη, τα κλαδιά,

με τέρψη να χαϊδέψω,

λίγες κυράδες* του βοριά, 

μπουκέτο να τις φτιάξω... 

Γι' αυτές, δεν εξηγείται αλλιώς...

Την ώρα που τις έβαφε ο Θεός,

βουτούσε τα πινέλα του, 

σε κάποιο δειλινό... 

Μετά, στης αμμουδιάς

τα πόδια να ξαπλώσω...

Λίγη αλμύρα θάλασσας,

του παφλασμού τον ήχο

στο είναι μου ν' απλώσω...

Κι ύστερα, λέω, να καρτερώ,

ως το βαθύ το γέρμα,

του ήλιου το χάδι να χαρώ..."

Τί μπόλι είν' αυτό;

Μες στην ψυχή μου βόλι! 

Της Άνοιξης γιορτή.

Ανθοί σε περιβόλι...

Στα μάτια με κοιτά...

Λες να 'ναι μεθυσμένη;

Όλα τα είπε βιαστικά,

μία ανάσα όλη, 

σαν σε όραμα δοσμένη...

Μαζί μ' αυτήν κι εγώ παραδομένη...

Γλιστράει... φεύγει αθόρυβα,

αερικά πλασμένη...

Κι έμεινα μόνη στην εξώθυρα...

Κοιτώ τον ουρανό,

της καταχνιάς τον γκρίζο.

Τί κρίμα... συνέχεια βρέχει...

και η  ψυχή το γκρίζο δεν αντέχει...


Γλωσσάρι

κυράδες *ανεμώνες


Λιλή Βασιλάκη Δαφερέρα 🌹

Comments


bottom of page