top of page

"Μικρή παύση"

Η Λιάνα, όπως κάθε μέρα έτσι και σήμερα, περπατούσε αργά στους δρόμους που ζωντάνευαν σιγά-σιγά από την κίνηση. Το πρωινό φως γλιστρούσε ανάμεσα στα κτίρια. Κάθε βήμα της είχε ρυθμό, σαν να συντονιζόταν με την κίνηση τής πόλης. Δεν φοβόταν πια τον χρόνο· πλέον τον παρατηρούσε να ξετυλίγεται μπροστά της, σε όλο του το μεγαλείο και άρχισε να εκτιμά περισσότερο την κάθε της μέρα.

Τα χέρια της, ακόμα ζεστά από τον ύπνο, άγγιζαν τους παγωμένους στύλους τού οδοφωτισμού. Εκείνη η μικρή αντίθεση την έκανε να σκεφτεί και τις αντιθέσεις τής ζωής.

Πριν ακόμα σηκωθεί καλά ο ήλιος, στάθηκε στην άκρη τού δρόμου για να ακούσει την πόλη να ξυπνά. Το πρώτο φως έκανε την εμφάνισή του μαζί με τον ήχο ενός λεωφορείου που διέσχιζε αργά τη λεωφόρο και οι άνθρωποι, σαν σκιές που έπαιρναν σιγά-σιγά μορφή, βάδιζαν ανάμεσα σε φούρνους, καφέ και μικρά καταστήματα που άνοιγαν.

Για μια στιγμή στάθηκε και αφουγκράστηκε τον εαυτό της με τρυφερότητα. Οι σκέψεις της δεν ζητούσαν απαντήσεις· μόνο χώρο. Κατάλαβε πως δεν χρειάζεται να έχει όλα τα κομμάτια τής ζωής της τακτοποιημένα. Αρκεί να βρίσκονται σε κίνηση, αρκεί να υπάρχουν κομμάτια και επομένως ροή, όπως ακριβώς η πόλη γύρω εναλλασσόταν σε εικόνες.

Η Λιάνα ήξερε ότι η μέρα φέρνει στην επιφάνεια λεπτομέρειες που μόνο οι παρατηρητικοί καταλαβαίνουν. Κάποτε βιαζόταν κι εκείνη. Μετρούσε τον χρόνο σαν εχθρό και τις μέρες σαν υποχρεώσεις. Τώρα, όμως, ένιωθε πως ο χρόνος δεν την κυνηγούσε· της έκανε καλή παρέα.

Στο πάρκο, τα φύλλα ακόμα λαμπύριζαν από τη δροσιά. Κάθισε σε ένα παγκάκι και άπλωσε τα χέρια της στον αέρα, σαν να προσπαθούσε να αγγίξει τα σύννεφα που ο ήλιος έσπρωχνε σιγά-σιγά μακριά. Παιδιά έτρεχαν γύρω της κι εκείνη ένιωσε μια απροσδόκητη συντροφιά. Δεν υπήρχε ανάγκη για λόγια· όλα μιλούσαν μέσα της.

Ο χρόνος έμοιαζε να κάνει μια μικρή παύση, λες και της παραχωρούσε χώρο. Παρατηρούσε τις λεπτές κινήσεις γύρω της: έναν ηλικιωμένο που τάιζε τα περιστέρια με ιεροτελεστία, μια γυναίκα που περπατούσε βιαστικά μιλώντας χαμηλόφωνα στο τηλέφωνο, έναν καφέ που άχνιζε στο χέρι κάποιου άγνωστου. Όλα ήταν στιγμές που γεννιόνταν και χάνονταν κι όμως άφηναν αποτύπωμα.

Καθώς σηκώθηκε και περπάτησε ξανά, οι προσόψεις των κτιρίων έμοιαζαν διαφορετικές στο πρωινό φως. Ρωγμές στους τοίχους, ξεθωριασμένες επιγραφές, παράθυρα μισάνοιχτα — όλα έλεγαν ιστορίες ανθρώπων που είχαν περάσει, μείνει, αγαπήσει ή απλώς αντέξει. Η πόλη δεν ήταν πια μόνο ένας χώρος· ήταν ένας καθρέφτης τού κόσμου της και η ίδια ήταν η πρώτη που το καταλάβαινε.

Στάθηκε για λίγο μπροστά σε μια βιτρίνα. Το είδωλό της αντανακλούσε αχνά στο γυαλί, μπλεγμένο με την πόλη πίσω της. Χαμογέλασε. Ήταν εκεί, ολόκληρη, χωρίς να λείπει τίποτα και χωρίς να περισσεύει.

Ένας ήχος από κουδούνι ποδηλάτου την τράβηξε πίσω. Ένα παιδί πέρασε τρέχοντας, γελώντας και η ζωντάνια τού κόσμου εισέβαλε μέσα της. Σκέφτηκε πως η ζωή δεν ζητά πάντα μεγάλες αποφάσεις· μερικές φορές ζητά μόνο παρουσία. Να είσαι εκεί. Να βλέπεις. Να ακούς. Να νιώθεις.

Η μέρα ξεδιπλωνόταν μπροστά της σαν χάρτης γεμάτος μικρές ανακαλύψεις. Η Λιάνα ήξερε ότι η ομορφιά βρίσκεται στα μικρά πράγματα: σε μια σκιά που κινείται αργά, σε μια φράση που ακούγεται τυχαία, σε ένα φως που αγκαλιάζει τα σκοτάδια.

Έστρεψε τα μάτια της στον ουρανό. Τα σύννεφα σύντομα έφεραν βροχή. Κατάφερε και έφτασε στην πόρτα μιας καφετέριας. Την έσπρωξε βιαστικά και μπήκε στο χώρο. Τα αρώματα από τους διαφόρων ειδών καφέδες εισέβαλαν στα ρουθούνια της. Αφέθηκε στη μαγεία των ανακατεμένων αρωμάτων και η διάθεσή της έγινε ακόμα πιο ευχάριστη. Απόλαυσε το αγαπημένο της τσάι με ένα χορταστικό κομμάτι κέικ. Την προηγούμενη φορά ήταν με σοκολάτα. Σήμερα είχαν αρκετά κομμάτια με σοκολάτα βανίλια. Άνοιξε το βιβλίο που είχε στην τσάντα της. Ο Βρεττάκος τού φωτός και της αγάπης τη συγκλόνιζε όποτε τον διάβαζε:

«[...] Έχεις το έλεος. Πάνω σου το βλέμμα του Θεού.

Έχεις την εύνοια των πρωινών του. Μη με μαρτυρήσεις!

Και προπαντός να μην του ειπείς πως μ’ εγκατέλειψεν

η ελπίδα.

Καθώς κοιτάς τον Ταΰγετο σημείωσε τα φαράγγια

που πέρασα, και τις κορφές που πάτησα, και τα άστρα

που είδα. Πες τους από μένα, πες τους απ’ τα δάκρυά μου,

ότι επιμένω ακόμα πως ο κόσμος

είναι όμορφος!».

Γρήγορα συνειδητοποίησε πως είχε αργήσει και έπρεπε να επιστρέψει στη βάση της. Η βροχή είχε σταματήσει από ώρα.

Καθώς περπατούσε, ένιωσε πως δεν χρειάζεται να τρέξει για να φτάσει πουθενά. Με τα μάτια ανοιχτά και την καρδιά ακούραστη, ήταν ήδη εκεί που ήθελε. Σε μια πόλη που ξυπνούσε· και μαζί της, ξυπνούσε και η ίδια.

Είναι ο κόσμος όμορφος, Λιάνα. Αρκεί να μπορείς να ξεχωρίζεις τις εκφάνσεις του.✨✨💕💕💕




Στέλλα Μιχαήλ Ζωγράφου ✨



Comments


bottom of page