top of page

Μια ώρα και δεκατρία λεπτά 💕

Το απόγευμα έριξε το βλέμμα του . Ένα μαγαζί γεμάτο κόσμο βάραινε.

Οι τζαμαρίες έμοιαζαν μεγάλες σαν γυάλινο τετραγωνισμένο βάζο.

Που εισέβαλαν μυρμήγκια.

Η κυρία στην είσοδο στημένη σαν άγαλμα είχε παραλάβει τη θέση της. Πότε πότε βημάτιζε και έλεγχε το χώρο.

Ένας νεαρός έβαλε στη τσέπη του κάτι.

Την κοίταζε με ένοχο ύφος.

Πέρασε από μπροστά της ενώ η πονηριά απλωνόταν σε όλο το πρόσωπο του.

Η ίδια παραξενεύτηκε με τη συμπεριφορά του.

Όμως δεν πρόλαβε.

Δεν τον είδε.

Πώς μπορούσε;

Σε ένα ολόκληρο μαγαζί να βρισκόταν σε δέκα μέρη ταυτόχρονα. Φύση αδύνατον.

Έπρεπε να ήταν σίγουρη πεντακόσια τις εκατό.

Μετά μπορούσε να τον σταματήσει. Και σίγουρη να ήταν, μέχρι να έφτανε ταμείο , μπορεί να έβγαζε το αντικείμενο για πληρωμή.

Ο ψηλός βρήκε ευκαιρία.

Πήγε μέσα στις κάμερες .

Έψαχνε κάτι και τυχαία έπεσε το μάτι του στον κλέφτη.

Μέσω του ακουστικού ενημέρωσε όλο το προσωπικό.

Ο ιδρώτας έλουσε το ροδαλό πρόσωπο της.

Η ντροπή έκαιγε τη ψυχή της .

Πάλι λάθος έκανε!

Τα μάτια της θόλωσαν.

Έχασε τη συγκέντρωση της.

Η λογική κρύφτηκε πίσω από το φόβο.

Ήταν μια από τις πολλές φορές, που απέτυχε στη δουλειά.

Πού άλλοι έτρεχαν.

Για να μαζέψουν τη κατάσταση.

Ενώ ταυτόχρονα της την έλεγαν.

Και όταν δεν έπαιρνε ειρωνεία. Εισέπραττε αυτό το ύφος λύπησης.

Κοίταξε το κινητό.

Περίμενε να πάει έξι.

Μια ώρα και δέκα τρία λεπτά ως την απελευθέρωση.

Κόσμος και κοσμάκης πέρναγε. Ψώνιζε.

Άνθρωποι μόνοι που μέτραγαν τιμές. Γονείς με τα παιδιά τους, άλλοι με φίλους, με συντρόφους.

Αδέρφια που έπαιζαν κρυφτό . Έτρεχαν μη πιαστούν και χάσουν.

Ήθελε μια ακόμα φορά.

Να έβλεπε την ώρα .

Μα δεν τόλμησε. Αργότερα ίσως, ήταν νωρίς.

Παρατηρούσε.

Πόσα έλεγαν τα ρούχα του κάθε ένα ξεχωριστά μα ταυτόχρονα τίποτα. Καταλάβαινε.

Μια εικόνα ίση με χίλιες λέξεις.

Ο αυχένας της πονούσε.

Η μέση της σακατεμένη από το ατύχημα.

Κουραζόταν εύκολα.

Ήταν πολύ νέα.

Παρά τις ελάχιστες σωματικές δυνάμεις πάλευε.

Είχε ανάγκη. Έπρεπε να δουλέψει.

Ας μην μπορούσε.

Κάθε φορά η ίδια ιστορία σαν να έβλεπε τη ζωή της σε επανάληψη. Λες και είχε κατάρα.

Ή πλήρωνε αμαρτίες άλλων.

Ποια εξήγηση να έδινε στη κατάντια. Ένιωθε ότι μόνιμα έχανε την αξιοπρέπεια της.

Έφτασε το τέλος της βάρδιας.

Στο αυτοκίνητο πήρε μια βαθιά ανάσα. Έβαλε μπρος και έφυγε σκεπτική. Χρειαζόταν το κλάμα.

Δεν της έβγαινε.

Άφηνε πίσω της μεγάλα κτίρια .

Ο ουρανός καταγάλανος έφεγγε άνοιξη.

Πέρασε μπροστά από το δρόμο της φωτιάς και τον είχε ονομάσει έτσι γιατί εκεί έγινε το κακό παλιά.

Φτάνοντας , ήθελε να ξανά φύγει .

Και που να πήγαινε! Άδειασε την τσάντα από το φαγητό δοχείο.

Μπήκε για μπάνιο.

Η μόνη που την χαιρέτησε.

Η μικρή αδερφή της.

Δεν είχε διάθεση για πολλά πολλά με τους γονείς της.

Πήγε στο δωμάτιο.

Άγγιξε τη θήκη με τα χάπια.

Ήταν άδεια εδώ και έναν μήνα. Σίγουρα θα παρέμενε για έναν ακόμη μέχρι την πληρωμή.

Αναστέναξε.

Άνοιξε το κινητό της.

Δεν είχε όρεξη για φαγητό σήμερα. Τι να έκανε. Αυτή ήταν. Μια αποτυχημένη που έπρεπε να ήταν ανάμεσα τους .

Ποιος όριζε τι πρέπει;

Και τι άλλες επιλογές είχε!

Επιβίωνε παρά τα εμπόδια.

Όσο και αν πονούσε η καρδιά της συνέχιζε.

Γιατί είχε όνειρα να πραγματοποιήσει.

Και τα άξιζε.


Μαρίνα Παπαδοπούλου 🌹

Comments


bottom of page