Μια σπίθα ανθρωπιάς μέσα στα χρόνια της κατοχής✨✨

Μια σπίθα ανθρωπιάς μέσα στα χρόνια της κατοχής✨✨
Από τις ιστορίες που άκουγα ξανά και ξανά μέσα στην οικογένεια, μία έμελλε να με εντυπωσιάσει σε μεγάλο βαθμό και αυτό ίσως γιατί φανερώνει πόσο απρόβλεπτη μπορεί να είναι η ανθρώπινη συμπεριφορά ακόμη και στις πιο σκοτεινές εποχές.
Ήταν αρχές Μαρτίου του 1944 στην οδό Μοργκεντάου στην Κοκκινιά. Η γερμανική κατοχή αποτελούσε για τη χώρα μας μια τραγική πραγματικότητα και η αγωνία καταδυνάστευε καθημερινά τις ανθρώπινες ψυχές. Οι έφοδοι των Γερμανών στρατιωτών στα σπίτια ήταν συχνές. Κανείς δεν γνώριζε τι θα συναντούσε πίσω από μια πόρτα που άνοιγε απότομα ή ποια θα ήταν η διάθεση εκείνων που την περνούσαν.
Ο παππούς μου ο Μανώλης ήταν αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού του Πεζικού. Εκείνη την ημέρα μια γειτόνισσα, φίλη της οικογένειας, έφτασε βιαστικά στο σπίτι.
<<Ζωίτσα, φυγάδευσε τον Μανώλη>>προέτρεψε τη γιαγιά μου. <<Έρχονται οι Γερμανοί. Κάνουν εφόδους σε σπίτια>>.
<<Ο Μανώλης παραμερίζει ακόμα και για να μην πατήσει ένα μυρμήγκι. Δεν μπορώ να σκεφτώ ότι θα τον συλλάβουν>> απάντησε αγανακτισμένη η γιαγιά, δίχως να χάσει, ωστόσο, την ψυχραιμία της. Με τη δύναμη που συχνά κρύβουν οι γυναίκες στις δύσκολες στιγμές, φρόντισε να απομακρύνει τον παππού σε χρόνο μηδέν. Γύρω της βρίσκονταν τα πέντε παιδιά τους, τρομαγμένα και αμίλητα. Λίγο αργότερα ακούστηκε το χτύπημα στην πόρτα.
Η Ζωή άνοιξε.
Μπροστά της βρίσκονταν τρεις οπλισμένοι στρατιώτες. Τους χαιρέτησε με ευγένεια και τους άφησε να περάσουν. Οι στρατιώτες μπήκαν στο σπίτι φωνάζοντας στη γερμανική γλώσσα και αφού έσπρωξε ο ένας από αυτούς με την κάννη του όπλου μια καρέκλα που τους εμπόδιζε, κοίταξαν γύρω τους και τότε το βλέμμα τους στάθηκε σε μια φωτογραφία κρεμασμένη στον τοίχο. Ήταν ο παππούς μου με τη στρατιωτική στολή του. Δίπλα ακριβώς βρισκόταν μια ξύλινη προθήκη με γυάλινη πρόσοψη η οποία φιλοξενούσε τα παράσημά του, τακτοποιημένα πάνω σε μπορντό σκούρο βελούδινο ύφασμα.
Για μια στιγμή επικράτησε σιωπή. Ο ανώτερος έκανε ένα νεύμα στους τρεις στρατιώτες. Ύστερα, προς έκπληξη όλων στάθηκαν προσοχή, αποδίδοντας στρατιωτικό χαιρετισμό στο εικονιζόμενο πρόσωπο. Η ένταση έμοιαζε να υποχωρεί. Αντί για φωνές και απειλές ακολούθησε μια απρόσμενα ήρεμη συζήτηση. Μίλησαν για την Ελλάδα με θαυμασμό. Ανέφεραν τον Όμηρο, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Εκδήλωσαν την αγάπη τους προς την ελληνική μουσική και την εκτίμησή τους στην ελληνική κουζίνα. Αναφέρθηκαν στις συμφορές που προκαλεί ο πόλεμος, καθώς και στις οικογένειές τους που περίμεναν την επιστροφή τους.
Τα παιδιά, που λίγα λεπτά νωρίτερα είχαν παγώσει από φόβο, βρέθηκαν να κρατούν στα χέρια τους σοκολάτες χαρισμένες από τους εισβολείς.
Κι όταν ήρθε η ώρα της αναχώρησης, στάθηκαν ξανά μπροστά στη φωτογραφία του παππού. Έδωσαν ακόμη έναν στρατιωτικό χαιρετισμό και έφυγαν αθόρυβα.
Όταν ο παππούς επέστρεψε στο σπίτι, η οικογένεια διηγήθηκε όσα είχαν συμβεί. Η απορία ήταν κοινή: τι είχε προκαλέσει αυτή τη συμπεριφορά; Ήταν ο σεβασμός προς έναν αξιωματικό λόγω της στρατιωτικής τους αγωγής; Ή μήπως η παιδεία τους και η γνωριμία τους με τον ελληνικό πολιτισμό, που φαινόταν να τους είχε αγγίξει βαθιά;
Απάντηση δεν δόθηκε ποτέ.
Η ιστορία όμως παρέμεινε ζωντανή μέσα στην οικογένεια ως μια υπενθύμιση ότι ακόμη και μέσα στον πόλεμο οι άνθρωποι δεν παύουν να κουβαλούν τις αντιφάσεις τους.
Έτσι τη θυμόμαστε μέχρι σήμερα, περνώντας τη και στα παιδιά μας. Σαν μια μικρή σπίθα ανθρωπιάς μέσα στα δύσκολα χρόνια της κατοχής.🌹
Στέλλα Μιχαήλ Ζωγράφου 💗





Comments